Ο πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών συρρικνώθηκε κατα τη διάρκεια της κρίσης, με συνέπεια ένα ισχυρό αρνητικό αποτέλεσμα πλούτου το οποίο συνέβαλε στη μείωση της κατανάλωσης και ως εκ τούτου στη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες. Ειδικότερα, κατά 40% μειώθηκε η αξία του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της κρίσης (2009-2014), όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες μελέτες, οι οποίες περιλαμβάνονται στο 45ο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σύμφωνα με έρευνα του Ευάγγελου Χαραλαμπάκη, η διάμεση αξία του πλούτου των νοικοκυριών περιορίστηκε κατά 40%, ποσοστό το οποίο κρίνεται ως στατιστικά ιδιαίτερα σημαντικό.

Η κάμψη της αξίας του πλούτου αποδίδεται κατά κύριο λόγο, στη μείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας και δευτερευόντως, στη μείωση της αξίας των καταθέσεων.

Ειδική μνεία γίνεται και στην πτώση της αξίας του υπολοίπου των συνολικών δανείων των νοικοκυριών και των ενυπόθηκων δανείων, η οποία όμως δεν θεωρείται στατιστικά σημαντικά.

Στον αντίποδα, βέβαια, παρατηρείται στατιστικά σημαντική κάμψη του υπολοίπου των μη ενυπόθηκων δανείων.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και παρέχει λεπτομερή πληροφόρηση για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δάνεια και τον καθαρό πλούτο των νοικοκυριών, καθώς επίσης και για το εισόδημα και την κατανάλωσή τους. Το ευρωπαϊκό δείγμα του δεύτερου κύματος περιλαμβάνει περισσότερα από 84.000 νοικοκυριά σε 20 ευρωπαϊκές χώρες. Για την Ελλάδα, το πρώτο κύμα της HFCS διεξήχθη το 2009 με δείγμα 2.971 νοικοκυριά, ενώ το δεύτερο κύμα το 2014 με δείγμα 3.003 νοικοκυριά.

Μείωση 26% στο εισόδημα

Εκτός από τον καθαρό πλούτου, πτώση καταγράφεται και στο ετήσιο εισόδημα των νοικοκυριών, το οποίο συρρικνώθηκε κατά 26% την περίοδο 2009-2014.

Η μείωση οφείλεται στο περιορισμένο εισόδημα, στην επιβολή φόρων και στην πτώση της κατανάλωσης τροφίμων, η οποία διαμορφώθηκε στο 27%.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με έτερη έρευνα των Θεοδώρα Κοσμά, Ευαγγελία Παπαπέτρου, Γεωργία Παύλου, Χριστίνα Τσόχατζη και Πηνελόπη Ζιούτου, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας είχε σημαντικά αρνητικό αντίκτυπο και στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ως αποτέλεσμα, διαπιστώνεται ότι οι επιχειρήσεις αντέδρασαν στις εξωγενείς διαταραχές που υπέστησαν, προσαρμόζοντας τόσο την απασχόληση όσο και το μισθολογικό τους κόστος.

Επιπλέον, φαίνεται ότι η εφαρμογή των πρόσφατων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας έχει καταστήσει ευκολότερη την προσαρμογή των επιχειρήσεων στις εξωγενείς διαταραχές.

Συγκεκριμένα, ένα σημαντικό ποσοστό των επιχειρήσεων αναφέρει ότι είναι ευκολότερο πλέον να προσαρμόσουν τις αμοιβές προσωπικού και την απασχόληση σε σχέση με παλαιότερα. Από αυτές, ένα σημαντικό ποσοστό αποδίδει τη μεγαλύτερη αυτή ευελιξία κυρίως στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας.

Εμπόδιο η οικονομική αβεβαιότητα

Τέλος, όσον αφορά τις ενδεχόμενες εναπομείνασες δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας, από την έρευνα προκύπτει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις αξιολογούν την οικονομική αβεβαιότητα ως το πιο σημαντικό εμπόδιο για την πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενώ ακολουθούν οι υψηλοί φόροι μισθοδοσίας.

Αντιθέτως, το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο έχει μεταρρυθμιστεί ριζικά κατά την πρόσφατη περίοδο, δεν θεωρείται πλέον σημαντικό εμπόδιο για την πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις αορίστου χρόνου.