Με ψηφισμένο το πολυνομοσχέδιο στην Βουλή το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης προετοιμάζει το έδαφος για μια συνολική συμφωνία στο Εurogroup της Δευτέρας.

Το Euroworking Group μετά την υιοθέτηση των προαπαιτούμενων από το ελληνικό κοινοβούλιο προχωράει στην επόμενη φάση. Μέσα στο Σαββατοκύριακο θα προετοιμάσουν την εισήγηση προς το Εurogroup για ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Αυτομάτως, θα κλείσει το κεφάλαιο «δεύτερη αξιολόγηση», προκειμένου να επικεντρωθεί η συνεδρίαση στα θέματα της διάρκειας των πρωτογενών πλεονασμάτων και της ελάφρυνσης του χρέους.

Οι υπουργοί θα πρέπει να καθορίσουν και για την περίοδο μετά το 2022 το ύψος των πλεονασμάτων που θα είναι σαφώς μικρότερα, ωστόσο οι ίδιοι οι τεχνοκράτες αναγνωρίζουν ότι είναι από δύσκολο μέχρι αδύνατον να γίνει πρόβλεψη για την ανάπτυξη σε τέτοιο βάθος χρόνου. Ο καθορισμός των πρωτογενών πλεονασμάτων βασίζεται στις προβλέψεις για την ανάπτυξη.

Στο ζήτημα του χρέους, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο, η συζήτηση έχει προχωρήσει, μεταξύ των Ευρωπαίων υπάρχει συμφωνία, η οποία θα βασιστεί στον οδικό χάρτη διασφάλισης της βιωσιμότητάς του, που είχε αποφασίσει το Εurogroup τον Μάιο του 2016.

«Η Δευτέρα είναι η μέρα για πολιτικές αποφάσεις» σχολίασε από την πλευρά του ο Μπενουά Κερέ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ο οποίος έκανε λόγο για πρόοδο στις ελληνικές μεταρρυθμίσεις, διαμηνύοντας ωστόσο πως αυτό δεν αρκεί για να εξεταστεί η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στην ποσοτική χαλάρωση. Όπως εξήγησε, θα πρέπει οι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης να συμφωνήσουν συγκεκριμένα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, ενώ το διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ θα πρέπει να αποφασίσει για το εάν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα ή όχι. Ο ίδιος τόνισε ότι η συμμετοχή του Ταμείου δεν είναι επισήμως αναγκαία, αλλά «θα ανακούφιζε σε όρους αξιοπιστίας των μέτρων για το χρέος».

Σύμφωνα με τον κ. Κερέ, όλα αυτά σημαίνουν ότι η συμμετοχή στο QE απέχει ακόμη μήνες. Αυτή, τόνισε, θα είναι μία συμβολική, αλλά πολυπόθητη κίνηση, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να επιταχύνει την ανάκαμψη της χώρας.

Τα σενάρια που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι: 

Πρώτο: Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας υπολογίζεται ότι θα φτάσει τις εκτιμήσεις της Ε.Ε. (2,1% το 2017 και 2,5% το 2018) υπολογίζοντας αντίστοιχη θετική ανάπτυξη μέχρι το 2060. Η Ελλάδα θα πρέπει να τηρεί τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης μέχρι το 2060 για να εφαρμόζεται η ελάφρυνση του χρέους, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα της χώρας θα κυμαίνονται από 2% έως 2,6% μέχρι το 2060. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο τα μέτρα που συμφωνήθηκαν τον Μάιο του 2016 είναι αρκετά για να μετατρέψουν το ελληνικό χρέος σε βιώσιμο.

Δεύτερο: Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας υπολογίζεται με πολύ πιο συντηρητικές εκτιμήσεις από αυτές του ΔΝΤ όπου η ανάπτυξη δεν θα ξεπεράσει το 1% μακροπρόθεσμα. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, εξαιτίας της χαμηλής ανάπτυξης, το πρωτογενές πλεόνασμα της χώρας θα πρέπει από το 2023 να πέσει από το 3,5% του ΑΕΠ αμέσως στο 1,5% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο είναι ξεκάθαρο ότι θα χρειαστούν περισσότερα μέτρα, πέραν των συμφωνηθέντων του Μαΐου του 2016, για να γίνει το χρέος βιώσιμο.