O νέος υπουργός Οικονομίας & Ανάπτυξης, Δημήτρης Παπαδημητρίου (ή Δήμος, όπως προτιμά να υπογράφει από τη στιγμή που επαναπατρίστηκε), αποτέλεσε το πρόσωπο-έκπληξη του πρόσφατου ανασχηματισμού, αλλά και έναν συμβολισμό που παραμένει «αίνιγμα», όσον αφορά το κυβερνητικό στίγμα.

Καθηγητής στις ΗΠΑ, ταγμένος στην Κεϋνσιανή οικονομική θεώρηση, επικεφαλής του Ινστιτούτου Levy και υποστηρικτής του Geuro (σ.σ.: της υιοθέτησης διπλού νομίσματος) από τη μια. Από την άλλη, υπουργός μιας κυβέρνησης που έχει πλέον διαχωρίσει τη θέση της από τις θεωρίες Βαρουφάκη, αλλά και εμφατικά υπέρμαχος της προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων.

Ο ίδιος από την πρώτη του επίσημη τοποθέτηση κατά την ανάληψη των καθηκόντων του στο υπουργείο έσπευσε να πάρει αποστάσεις από τις... προηγούμενες θέσεις του. «Αλλα λες ως καθηγητής και άλλα ως υπουργός μιας κυβέρνησης που έχει ξεκαθαρίσει τη θέση της. Μιας κυβέρνησης που λειτουργεί εντός του πλαισίου του ευρώ και της Ε.Ε.». Η έλλειψη ίσως του πολιτικάντικου τακτικισμού τον εκθέτει, αλλά οι απροσποίητες απαντήσεις του συνεχίζουν να εκπλήσσουν.

Μόλις λίγες ώρες μετά την ανάληψη των υπουργικών του καθηκόντων και ερωτηθείς από δημοσιογράφους στο περιθώριο εκδήλωσης γιατί επέστρεψε στην Ελλάδα, αφήνοντας μια αναγνωρισμένη ακαδημαϊκή καριέρα και μια προβεβλημένη θέση στο think tank του Levy, εκείνος απάντησε πως ήθελε να μειώσει την απόσταση που τον χώριζε από τη σύντροφό του! Πρόκειται για την Ράνια Αντωνοπούλου, οικονομολόγο και επίσης καθηγήτρια πανεπιστημίου, η οποία υπήρξε από την αρχή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας.

Η απάντησή του ασφαλώς δεν δικαιολογεί την απόφασή του. Ως επικεφαλής του Ινστιτούτου Levy, διατηρούσε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ πολύ προτού γίνει κυβέρνηση. Η φράση που χρησιμοποίησε, εξάλλου, ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ότι «η Ελλάδα χρειάζεται ένα καινούργιο Σχέδιο Μάρσαλ» ανήκει στον κ. Παπαδημητρίου («You need something similar to the Marshall Plan», είχε πει από τον Φεβρουάριο του 2012). Κατά την ίδια περίοδο, τόσο ο τότε υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννης Μηλιός, όσο και ο σημερινός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, διατηρούσαν επικοινωνία με το Ινστιτούτο Levy.

Η επιλογή του, ωστόσο, για την πλήρωση μιας καίριας θέσης στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δεν ήταν προβλέψιμη. Ο ίδιος, πέρα από το να απομακρυνθεί από τις θεωρίες περί Geuro, έσπευσε να αλλάξει την ατζέντα και να προτάξει το ζήτημα των «investments», της προσέλκυσης επενδύσεων δηλαδή. «Εκεί απ’ όπου έρχομαι, οι επενδύσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής αντίληψης» είχε δηλώσει, για να συμπληρώσει πως αυτές αποτελούν κρίσιμο στοιχείο για «να γυρίσει» η ελληνική οικονομία.

Η μακρόχρονη παρουσία του στις ΗΠΑ, η θητεία του στο Πανεπιστήμιο Bard αλλά και οι επαφές του μέσω τουLevy με Αμερικανούς οικονομολόγους και επενδυτές, είναι αρκετά στοιχεία για να υποθέσει κανείς ότι ο νυν υπουργός θα ενεργοποιήσει τις επαφές του. Κατά την πρόσφατη επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα, πέρα από την αναμενόμενη συνάντηση με τον απερχόμενο πλανητάρχη, λέγεται ότι είχε επαφές με Αμερικανούς οικονομικούς παράγοντες. Οι «άκρες», ωστόσο, σ’ ένα μεγάλο οικονομικό σύστημα είναι η μια όψη. Αρκετοί αναρωτιούνται αν, μετά την αλλαγή πολιτικού σκηνικού στις ΗΠΑ, οι διασυνδέσεις Παπαδημητρίου αλλά και η επιρροή του στα οικονομικά κέντρα είναι το ίδιο ισχυρή.

Ο ίδιος σε κλειστό κύκλο εμφανίζεται εξόχως ομιλητικός, επεξηγηματικός και εναργής στις αναλύσεις του. Μετά το «κύμα» αυθορμητισμού του, ωστόσο, αρχίζει να ελέγχει σε σημείο άκομψο τον τρόπο που επικοινωνεί θέσεις, ιδέες αλλά και έργα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε πρόσφατη άτυπη ενημέρωση δημοσιογράφων απαίτησε να μη συμμετάσχουν εκπρόσωποι από ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ακόμα περισσότερο, δέσμευσε την ομήγυρη να μη γράψει ή χρησιμοποιήσει κανένα στοιχείο από τη συγκεκριμένη ενημέρωση. Πρόκειται μάλλον για μια επιλογή που περισσότερο δηλώνει ανασφάλεια και λιγότερο εξυπηρετεί την ανάγκη «επιβολής».

Δεν θεωρεί την υψηλή φορολογία καταδικαστική

Πέρα από τις προσδοκίες για τις επιδόσεις του κ. Παπαδημητρίου, παραμένει το γεγονός πως κάθε δήλωση και πράξη του βρίσκονται στο επίκεντρο. Η εκτίμησή του, για παράδειγμα, πως η υψηλή φορολογία δεν στερεί κατ’ ανάγκη ανταγωνιστικότητα από την ελληνική οικονομία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Ο ίδιος απάντησε πως τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια επιλέγουν ακόμα και οικονομίες με υψηλότερη φορολογία και έδωσε μια επιστημονική προσέγγιση. Σχόλια, επίσης, ξεσήκωσε η δημοσιοποίηση των στοιχείων της δήλωσης «πόθεν έσχες» (τόσο της δικής του όσο και της Ράνιας Αντωνοπούλου), όπου εμφανίζονται -δικαιολογημένα ασφαλώς- πολύ υψηλά εισοδήματα και σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.

Δεν διστάζει να έρθει σε κόντρα με τους θεσμούς

Δεν είναι λίγοι πάλι εκείνοι που θεωρούν πως η τοποθέτησή του ως υπουργού Οικονομίας & Ανάπτυξης βρίσκεται μακριά από τη δεύτερη αξιολόγηση και τις υποχρεώσεις του προγράμματος. Ο ίδιος έχει ευθαρσώς τοποθετηθεί απέναντι σε κάποιες από τις αξιώσεις των θεσμών. «Προσωπικά δεν έχω ξεχάσει την ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας», έχει δηλώσει. Είναι, εξάλλου, ο ακαδημαϊκός που έχει υποστηρίξει δύο φορές στο Αμερικανικό Κογκρέσο την ιδέα της «Κοινωνικής επενδυτικής Τράπεζας», δηλαδή ό,τι πλησιέστερο στην Αναπτυξιακή Τράπεζα. Εχει, επίσης, προσφάτως καταφερθεί κατά το ΔΝΤ -από τη Νέα Υόρκη, μάλιστα-, δηλώνοντας ότι «το ΔΝΤ δεν έχει το θάρρος της γνώμης του», σχολιάζοντας τη συχνή μετακίνηση του πήχυ που θέτουν οι εκπρόσωποί του κατά τη διαπραγμάτευση με την ελληνική κυβέρνηση. Φέρεται, επίσης, να διαφωνεί με διάφορα ζητήματα που εξακολουθούν να μένουν ανοιχτά στο πλαίσιο της β’ αξιολόγησης, τα οποία είτε δεν έκλεισαν από τον προκάτοχό του, Γιώργο Σταθάκη, είτε επανέρχονται εκ νέου από τους δανειστές, όπως, π.χ., το θέμα ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές.

Από την εφημερίδα "Επέμνδυση"