Μείωση του πολιτικού ρίσκου στην Ελλάδα διαπιστώνει η Goldman Sachs με νέα έκθεσή της, στην οποία συνδέει την ανάκαμψη των τραπεζικών μετοχών με τη διαφαινόμενη ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Σε αυτό το περιβάλλον, ο αμερικανικός οίκος αναβαθμίζει τις τιμές στόχους για τις ελληνικές τράπεζες από 8% έως 20%, εκφράζοντας προτίμηση για την Alpha Bank. Παρόλα αυτά, οι αναλυτές τονίζουν ότι οι λειτουργικές τάσεις παραμένουν εύθραυστες και η αβεβαιότητα καραδοκεί, ενώ το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό.

Ειδικότερα η Goldman Sachs δίνει σύσταση αγοράς για την Alpha Bank με την τιμή στόχο στα 2,80 ευρώ από 2,60 ευρώ προηγουμένως (προβλέπονται περιθώρια ανόδου 28%). Ο οίκος είναι ουδέτερος απέναντι στις τρεις υπόλοιπες τράπεζες, με το στόχο για τη Eurobank στο 1 ευρώ από τα 0,85 ευρώ (περιθώριο ανόδου 11%), για την Πειραιώς στα 0,27 ευρώ από τα 0,25 ευρώ (+27%) και για την Εθνική στα 0,36 ευρώ από τα 0,30 ευρώ (+8%). 

Έπειτα από πέντε τρίμηνα βελτίωσης στις ροές των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων, η τάση έγινε και πάλι αρνητική κατά το πρώτο τρίμηνο, καθώς αυξήθηκαν τα ρυθμισμένα δάνεια που βρέθηκαν ξανά σε καθυστέρηση. Η πορεία των καταθέσεων, την οποία η Goldman Sachs χρησιμοποιεί σαν βαρόμετρο για τη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα και την ψυχολογία των πελατών, δείχνει εκροές άνω των 2 δισ. ευρώ από το Δεκέμβριο του 2016. Οι εγχώριες δραστηριότητες ήταν μόνο break even το πρώτο τρίμηνο (με την Πειραιώς και την Εθνική να είναι οριακά ζημιογόνες), παρά τα ανθεκτικά προ προβλέψεων κέρδη και τις σύμφωνες με τις προβλέψεις ζημιές από δάνεια. «Παρότι οι τράπεζες εκτιμούν ότι αυτές οι αντιξοότητες θα είναι προσωρινές, οι προοπτικές για το 2017 παραμένουν ήπιες», αναφέρει η Goldman Sachs.

Ο οίκος θεωρεί ότι το μεγάλο ερώτημα για τις ελληνικές τράπεζες είναι αυτό της ποιότητας ενεργητικού, αφού οι μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις (115 δισ. ευρώ) ανέρχονται στο 50% των μεικτών δανείων και πάνω από το 60% του ΑΕΠ. Η Goldman τονίζει ότι τα σχέδια των τραπεζών για μείωση των NPE κατά 40 δισ. ευρώ έως το 2019 είναι σε μεγάλο βαθμό αδοκίμαστα και θα εξαρτηθούν από:

1) ένα υποστηρικτικό μακροοικονομικό και πολιτικό περιβάλλον,

2) ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για τη διαχείριση και ανάκτηση των κόκκινων δανείων και

3) τη λειτουργική αποδοτικότητα στις υποδομές των τραπεζών.

«Παρότι πρόοδος γίνεται σε όλους αυτούς τους τομείς, η επίλυση θα απαιτήσει καιρό», λέει η Goldman. Η επιδείνωση της τάσης στην ποιότητα ενεργητικού το πρώτο τρίμηνο δεν εκτροχιάζει μεν τα σχέδια των τραπεζών, αλλά μπορεί να τα καθυστερήσει, τονίζει.

 

Κ. Σαμ.