Παρά την ισχυρή ανάκαμψη στην ευρωζώνη, η κυρίαρχη άποψη παραμένει ότι η αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης είναι ελαττωματική και χρειάζεται επιδιόρθωση μέσω κάποιας μορφής βαθύτερης δημοσιονομικής ένωσης.

Η τελευταία συνεισφορά στη συζήτηση για την ανάγκη εμβάθυνσης της ένωσης, που αξίζει να διαβάσει κανείς, προέρχεται από τους Πιερ Πάολο Μπαρμπιέρι και Σαχίν Βάλε στο Foreign Affairs.

Το άρθρο εξετάζει την «στιγμή Χάμιλτον» που πολλοί πιστεύουν ότι πρέπει να εμπνεύσει την ευρωζώνη, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ ανέλαβε τα χρέη όλων των πολιτειών. Οι Μπαρμπιέρι και Βάλε επισημαίνουν ότι η κίνηση αυτή ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια οικονομική πολιτική. Αποτελούσε μέρος ενός μεγάλου πολιτικού παζαριού για τον καθορισμό της ισορροπίας δυνάμενων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στις πολιτείες. Υποστηρίζουν με πειστικό τρόπο ότι μια δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης θα είναι μια στιγμή αντίστοιχη με την συγκρότηση μιας ομοσπονδίας.

Αλλά ενώ αυτό είναι σωστό σαν ιστορική περιγραφή, δύσκολα συνιστά έναν λόγο για να κάνει η ευρωζώνη το αντίστοιχο άλμα. Εδώ οι Μπαρμπιέρι και Βάλε, όπως και τόσοι άλλοι, πρέπει να βασιστούν σε οικονομικά επιχειρήματα. Και αυτά δεν είναι πειστικά.

Τι ακριβώς υποτίθεται ότι θα επιτύχει μια δημοσιονομική ένωση, η οποία θα απαιτούσε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και αποφασιστικότητα; Πάνω απ’ όλα να καταστήσει αδύνατη μια αυτοεκπληρούμενη κρίση χρέους σαν αυτή που είδαμε την περίοδο 2010-12.

Αλλά γιατί πρέπει να αναμένουμε ότι μια δημοσιονομική ένωση θα επιτύχει κάτι τέτοιο; Ο κοινός δανεισμός (ή τα «ευρωομόλογα) δεν θα αποκλείσουν την φυγή κεφαλαίων από μια χώρα εκτός και αν απαγορευτεί στις χώρες να δανείζονται για λογαριασμό τους. Από τη στιγμή που μια χώρα μπορεί να συνεχίζει να δανείζεται για λογαριασμό της, οι επενδυτές μπορεί πάντοτε να αποχωρήσουν μαζικά από τα ομόλογα αυτά σε ένα καθοδικό σπιράλ που απειλεί την αξιοπιστία του εκδότη χρέους.

Δεύτερον, η ιδέα της χρησιμοποίησης προσωρινών δημοσιονομικών μεταφορών για να διευκολυνθούν χώρες να «προσαρμοστούν» στα «ασύμμετρα σοκ», σε αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες τις οποίες θα αντιμετώπιζαν με την υποτίμηση του νομίσματος τους εφόσον δεν ήταν στο ευρώ. Αλλά η κρίση του 2010-12συνέβη στο πλαίσιο συγχρονισμένων υφέσεων ή επιβραδύνσεων που έπληξαν όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης.

Αντιμέτωπη με αυτά τα ασύμμετρα πτωτικά γυρίσματα, μια κυβέρνηση μπορεί συνήθως να δανειστεί για να χρηματοδοτήσει τα αντικυκλικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Αν οι κανονισμοί το επιτρέπουν αυτό, είναι πιο λογικό να χαλαρώσει κανείς τους κανονισμούς από το να τους παρακάμψει μέσω δανεισμού από κυβέρνηση σε κυβέρνηση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ευρωζώνη δεν ήταν σε καμία περίπτωση η χαμένη πρόσβαση στις αγορές, αλλά όπως επισημάναμε μόλις τώρα, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί μια δημοσιονομική ένωση θα το απέτρεπε αυτό.

Ακόμα και αν υπήρχε ένας μηχανισμός μεταφοράς πόρων στις χώρες που επλήγησαν πιο βαριά από την κρίση, ποια θα ήταν η διαφορά; Στις ΗΠΑ, η εξομάλυνση των τοπικών οικονομικών σοκ μέσω του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αντιστοιχεί μόλις στο 20% της μεταβολής στη μείωση του ΑΕΠ μιας πολιτείας. Αν η ελληνική ύφεση (ή η ιρλανδική, η ισπανική και πορτογαλική) ήταν μόλις κατά 4/5 τόσο βαθιές, θα καθιστούσε αυτό απίθανη την πρόκληση πανικού;

Τρίτον, οι μεταφορές πόρων από το ομοσπονδιακό επίπεδο ή από κοινό δανεισμό, δημιουργεί μια δεξαμενή ασφαλών στοιχείων ενεργητικού και αυτό θεωρείται κάτι καλό για την δημοσιονομική σταθερότητα. Αλλά αυτό μπορεί και θα έπρεπε να επιτευχθεί χωρίς μια δημοσιονομική ένωση. Υπάρχουν καλοί λόγοι για να επιδιώξει η ευρωζώνη τη δημιουργία τιτλοποιημένων χρεογράφων, τα οποία θα συγκέντρωναν τα ομόλογα των κρατών μελών, θα τα διαβάθμιζαν με βάση την ασφάλεια τους και θα δημιουργούσαν μια μεγάλη δεξαμενή ασφαλών και ομοιογενών στοιχείων ενεργητικού. Η ΕΚΤ πρέπει να δώσει την ευλογία της καθιστώντας αυτά τα τιτλοποιημένα χρεόγραφα επιλέξιμα για το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού ή ως collateral για την ρευστότητα του ευρωσυστήματος.

Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την δημοσιονομική ένωση.

Τέταρτον, πολλοί υποστηρίζουν πως ένας κοινός «δημοσιονομικός μηχανισμός προστασίας» για τις τράπεζες είναι αναγκαίος για την ολοκλήρωση της τραπεζικής Ένωσης της Ευρώπης. Αλλά η ιδέα ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται ένα τέτοιο μηχανισμό είναι μια κληρονομιά ενός παρελθόντος στο οποίο η εφαρμογή του καπιταλισμού στις τράπεζες -αφήνοντας τους επενδυτές να πληρώσουν για τις απώλειες- αντιμετωπιζόταν ως ανάθεμα.

Ο ευρωπαϊκός νόμος (παρά τα μεγάλα παραθυράκια) επιτρέπει την απομείωση του χρέους των τραπεζών, το οποίο καθιστά την αναδιάρθρωση ένα υποκατάστατο της διάσωσης με δημόσιο χρήμα. Έτσι θα έπρεπε να είναι, αλλά οι περισσότεροι από όσους στηρίζουν το «bail-in» δεν συνειδητοποιούν πως δεν συνειδητοποιούν ότι προλαμβάνει την ανάγκη για ένα «δημοσιονομικό μηχανισμό προστασίας» για διασώσεις.

Αυτό αφήνει έναν τελευταίο λόγο για κοινό δανεισμό και κοινό προϋπολογισμό, που είναι η χρηματοδότηση έργων κοινού ενδιαφέροντος (όσων αποτελούν δημόσια αγαθά για όλες τις χώρες ή οδηγούν σε δευτερογενή αποτελέσματα από τη μια χώρα στην άλλη). Αυτός, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, είναι ένας καλός λόγος. Αλλά είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί αφορά ειδικά την ευρωζώνη. Είναι περισσότερο ένα επιχείρημα για την αύξηση του μεγέθους και της αποτελεσματικότητας του προϋπολογισμού της Ε.Ε. και της ενίσχυσης των δυνατοτήτων φορολόγησης και δανεισμού της Ε.Ε.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει πως δεν είναι σημαντική η δημοσιονομική σταθεροποίηση των ασύμμετρων σοκ ή για να το θέσουμε διαφορετικά η διασφάλιση των μεγάλων εθνικών οικονομικών έναντι ειδικά μεγάλων σοκ. Αλλά δεν είναι ξεκάθαρο ότι η δημοσιονομική ένωση είναι είτε αναγκαία είτε επαρκής για να βελτιώσει το βαθμό της δημοσιονομικής σταθεροποίησης για τις χώρες της ευρωζώνης ή τη νομισματική ένωση σαν σύνολο.

Μια πιο έξυπνη ερμηνεία των δημοσιονομικών κανονισμών – το να επιτραπεί μια κατάλληλα αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική σε εθνικό και ομοσπονδιακό επίπεδο και να επιτραπεί η ασφάλιση ή ο διαμοιρασμός του ρίσκου μέσω των ιδιωτικών αγορών – είναι πολύ πιο ελπιδοφόρα.

Εν τω μεταξύ, για να αποτραπεί μια μελλοντική φυγή κεφαλαίων που θα αποκλείει μια χώρα από τη χρηματοδότηση, μπορεί να εκδοθεί χρέος με πολύ μεγαλύτερες ωριμάνσεις, ώστε το ποσό της ετήσιας αναχρηματοδότησης να μην είναι ποτέ δυσθεόρατο. Και in extremis, το κρατικό χρέος μπορεί και θα έπρεπε να αναδιαρθρώνεται, να αναπροσαρμόζεται ή να κουρεύεται.

Η δημοσιονομική ένωση αντιμετωπίζεται με ένα σχεδόν θρησκευτικό σεβασμό γιατί θεωρείται η σωτηρία της ευρωζώνης. Αλλά ενώ η λειτουργία της νομισματικής ένωσης σίγουρα δικαιολογεί την επιθυμία για κάτι παραπάνω, η μετουσίωση αυτής της επιθυμίας στη λατρεία της δημοσιονομικής ένωσης είναι αδικαιολόγητη.

Μια λύση που έχει χάσει την επαφή με τα προβλήματα που υποτίθεται ότι θα λύση, θα ήταν μια τρομερή σπατάλη πολιτικής ενέργειας που θα ήταν καλύτερο να ξοδευτεί σε πολιτικές που θα έκαναν μεγαλύτερη διαφορά.