Ο ενθουσιασμός που εκδηλώθηκε πρόσφατα στην ιδέα ότι οι γερμανικές τράπεζες Deutsche Bank και Commerzbank εξετάζουν το ενδεχόμενο συγχώνευσης ενισχύει την άποψη ότι η ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική βιομηχανία είναι πλέον ώριμη για ενοποίηση, σύμφωνα με τον αρθρογράφο του Bloomberg. Οι ίδιοι οι ηγέτες του τραπεζικού κλάδου μιλούν για την ανάγκη συγχωνεύσεων σε μια υπερφορτωμένη αγορά, αλλά καμία μεταξύ των μεγαλύτερων τραπεζών δεν φαίνεται να έχει τη διάθεση να κάνει την πρώτη κίνηση. Αν δεν αλλάξει κάτι σύντομα, η Ευρώπη θα σταματήσει να έχει μια τραπεζική βιομηχανία αντάξια της φήμης της.

Η αμείλικτη κατάρρευση των τιμών των τραπεζικών μετοχών το τρέχον έτος μπορεί μεν να αντικατοπτρίζει τις δύσκολες συνθήκες της αγοράς, αλλά καταδεικνύει επίσης ότι το τραπεζικό μοντέλο της Ευρώπης είναι προβληματικό, εν μέσω ενός θανατηφόρου συνδυασμού αρνητικών επιτοκίων, αναιμικής οικονομικής ανάπτυξης και έλλειψης σαφήνειας σχετικά με το μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο (αν και σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν πολεμήσει κάθε πτυχή κάθε προτεινόμενης αλλαγής κανόνων).

Οι τράπεζες της περιοχής έχουν χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο της αξίας τους φέτος, βάσει του πανευρωπαϊκού δείκτη Stoxx 600. Δεδομένου ότι η Γερμανία έχει μακράν τον λιγότερο ενοποιημένο τραπεζικό τομέα στην Ευρωζώνη, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τόσο η Commerzbank όσο και η Deutsche Bank έχουν καταγράψει ακόμη μεγαλύτερες απώλειες:

Το σενάριο συγχώνευσης πυροδότησε ένα μικρό ράλι στις μετοχές των δύο γερμανικών τραπεζών τις τελευταίες ημέρες, παρά το γεγονός ότι οι συζητήσεις, που φέρονται να έλαβαν χώρα κάποια στιγμή στη διάρκεια του καλοκαιριού, έχουν εγκαταλειφθεί. Με τις δύο τράπεζες να έχουν ξεκινήσει μεγάλες προσπάθειες μείωσης του κόστους και αναδιάρθρωσης, ίσως ήταν πολύ νωρίς να εξετάσουν το ενδεχόμενο μιας συγχώνευσης. Αυτό, ωστόσο, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι το πόσο ευνοϊκά αντιμετώπισαν τα social media το ενδεχόμενο η Commerzbank -που συχνά αποκαλείται ακόμη και από τους ίδιους τους υπαλλήλους της ως Comedy Bank- να κάνει ομάδα με τη μεγαλύτερη ανταγωνίστριά της:

"Χρειαζόμαστε περισσότερες συγχωνεύσεις, σε εθνικό επίπεδο, αλλά και πέρα από τα εθνικά σύνορα", δήλωσε o CEO της Deutsche Bank John Cryan σε συνέδριο στη Φρανκφούρτη την Τετάρτη. "Η κατάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχιστεί. Χρειαζόμαστε μια αλλαγή πορείας. Χρειαζόμαστε μια στρατηγική για τον χρηματοπιστωτικό μας τομέα".

Μέχρι στιγμής, η στρατηγική του Cryan είναι να μειώσει τα κόστη και το μη παραγωγικό προσωπικό. Τα στελέχη της τράπεζας συναντήθηκαν αυτό το Σαββατοκύριακο για να συζητήσουν πώς μπορεί να επιταχύνει το πρόγραμμα συρρίκνωσης.

Ο Cryan λέει ότι προς το παρόν δεν αναζητά εταίρο. Όμως, η μείωση κατά το ήμισυ της κεφαλαιοποίησης της Deutsche Bank –στα 18 δισ. ευρώ από 38 δισ. ευρώ τον περασμένο Οκτώβριο- δείχνει ότι η τρέχουσα στρατηγική του διοικητικού συμβουλίου δεν απολαμβάνει ακριβώς της εύνοιας των επενδυτών. Η Deutsche Bank σχεδιάζει να πουλήσει τη θυγατρική της, Postbank, να κλείσει γραφεία σε διάφορες χώρες και να συρρικνώσει τις εργασίες λιανικής. Δεν είναι σαφές αν ακόμα και αυτό θα είναι αρκετό για να αναζωογονήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Η γερμανική ρυθμιστική αρχή BaFin δεν δείχνει ενδιαφέρον να καλοπιάσει τις τράπεζες για να συνενωθούν. "Εμείς στην Bafin πιστεύουμε ότι δεν είναι πρωταρχικός στόχος της εποπτικής αρχής να επιταχυνθεί η ενοποίηση", δήλωσε στο Bloomberg News ο πρόεδρος της αρχής Felix Hufeld. "Δεν εφαρμόζουμε διαρθρωτικές πολιτικές, αυτές πρέπει να γίνουν από τον ίδιο τον κλάδο. Δύο αδύναμες τράπεζες, δεν δημιουργούν αυτομάτως μία ισχυρή".

Αν και προς το παρόν δεν είναι σαφές το ποιος, αν όχι η Bafin, οδήγησε την Deutsche Bank να εξετάσει ακόμη και μια συνένωση με την Commerzbank, η στάση της μοιάζει κοντόφθαλμη. Ενώ τεχνικά ισχύει ότι η Bafin δεν μπορεί να υποχρεώσει τις επιχειρήσεις που εποπτεύει να επιδιώξουν τη συνένωσή τους, η ρυθμιστική αρχή μπορεί και πρέπει να ενθαρρύνει τις συζητήσεις στην περίπτωσή που οι συγχωνεύσεις έχουν νόημα και, το σημαντικότερο, στην περίπτωση που από την ένωση επιχειρήσεων προκύπτουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είναι τόσο πιο ισχυρά οικονομικά, όσο και σε καλύτερη θέση να ανταποκριθούν στις τραπεζικές ανάγκες της κοινωνίας.

Εάν το καθολικό τραπεζικό μοντέλο δεν μπορεί να επιβιώσει στην Ευρώπη -και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η περιοχή χρειάζεται τουλάχιστον μερικούς τραπεζικούς πρωταθλητές που να είναι σε θέση να εκπληρώσουν αυτό το σκοπό- τότε οι συρρικνούμενες τράπεζες πρέπει να έχουν τουλάχιστον οικονομίες κλίμακας στις λειτουργίες που επιλέγουν να διατηρήσουν. Αυτό για μένα σημαίνει ότι οι τράπεζες πρέπει να αναμείξουν τις δραστηριότητές τους για να δημιουργήσουν ηγέτες της αγοράς σε συγκεκριμένους τομείς.

Αν οι ελβετικές UBS και Credit Suisse θέλουν, για παράδειγμα, να έχουν την πρωτοκαθεδρία στη διαχείριση κεφαλαίων οπισθοχωρώντας ταυτόχρονα από την επενδυτική τραπεζική, ίσως τότε είναι λογικό να τις συγχωνεύσεις, να βάλεις στην άκρη την επενδυτική τραπεζική και να αφήσεις την υπόλοιπη βασική δραστηριότητα να προσπαθήσει να πάρει τα ηνία της διαχείρισης πλούτου. 

Σίγουρα, τα σχέδια τουλάχιστον ενός CEO θα χαλάσουν και οι πλούσιοι θα έχουν μία λιγότερη επιλογή για το που να τοποθετήσουν τα χρήματά τους. Αλλά το ετήσιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ελβετίας, ύψους περίπου 664 δισ. δολαρίων επισκιάζεται από το σύνολο του ενεργητικού της UBS που ξεπερνά τα 940 δισ. δολάρια και της Credit Suisse των 820 δισ. δολαρίων. Η ελβετική κυβέρνηση θα καλωσόριζε τη μεταφορά της επενδυτικής τραπεζικής προς μία χώρα που θα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να φιλοξενήσει τόσο τεράστιους ισολογισμούς.

Η ενοποίηση του κλάδου δεν μπορεί να σημαίνει τη συνένωση δύο ή τριών πολύ μεγάλων για να καταρρεύσουν (too big to fail) ιδρυμάτων και τη δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων προβλημάτων για τα κράτη. Αναγκάζοντας τις τράπεζες να διατηρούν περισσότερα κεφάλαια είναι σαφώς ένας τρόπος για να καταστεί η χρηματοδότηση ασφαλέστερη αν και, όπως έχει επισημάνει ο συνάδελφός μου στο Bloomberg View Mark Whitehouse οι επαναγορές μετοχών και οι πληρωμές μερισμάτων έχουν υπονομεύσει τις προσπάθειες αυτές. Αυτό που χρειάζεται είναι λιγότερες, πιο εστιασμένες τράπεζες που είναι καταλληλότερες για τον σκοπό της υποστήριξης της βιομηχανίας και της οικονομίας.