Σε σημαντική υποβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά το 2017 προχωρά η Morgan Stanley, επικαλούμενη τη ζημιά που έχει προκαλέσει η αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις. Η κατάσταση φαίνεται καλύτερη στο δημοσιονομικό μέτωπο, αλλά είναι κάθε άλλο παρά σίγουρο ότι η τάση αυτή μπορεί να συνεχιστεί. Άλλωστε, απαιτούνται ακόμα αρκετά βήματα για να γίνει το re-profiling του χρέους καθώς και η ένταξη της Ελλάδας στο QE, με τους αναλυτές να τονίζουν ότι ακόμα και όταν η χώρα καταφέρει να μπει στην ποσοτική χαλάρωση, αυτή θα είναι μια επωφελής εξέλιξη, αλλά όχι μία κίνηση που θα μεταμορφώσει την οικονομία.

Ειδικότερα, η Morgan Stanley υποβαθμίζει τις εκτιμήσεις της για την ανάπτυξη στο 1% φέτος. Όπως εξηγεί ο οικονομολόγος του οίκου Daniele Antonucci, έστω και εάν οι προβλέψεις του συνυπολογίζουν μια αναμενόμενη ισχυρή ανάκαμψη της οικονομίας όταν έρθει η συμφωνία με τους πιστωτές, οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης δεν είναι ούτε στο 50% του στόχου της Κομισιόν. Εάν δεν υπάρξει κάποια μεγάλη κρίση, η ελληνική οικονομία θα εμφανίσει ανάπτυξη 2,5% το 2018. «Αυτό εξακολουθεί να είναι ένα αντανακλαστικό ριμπάουντ, ενώ η όποια πηγή μακροπρόθεσμης ανάπτυξης λείπει για τώρα», τονίζει ο αναλυτής.

Παρόλα αυτά, το πρωτογενές πλεόνασμα που για το 2016 έφτασε το 4% του ΑΕΠ χαρακτηρίζεται πρωτοφανές. «Παρότι είναι θετικό από δημοσιονομικής πλευράς, αυτό το σφίξιμο του ζωναριού, το οποίο περιμένουμε να συνεχιστεί, έχει ήδη ασκήσει και αναμένεται να συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στην οικονομία», τονίζει ο Antonucci. Η ίδια η φύση του προγράμματος, αφού μένουν ακόμα πολλές αξιολογήσεις, αναμένεται να κάνει την πορεία της οικονομίας πολύ ευμετάβλητη. Κάθε φορά που η αξιολόγηση θα «σκοντάφτει», η οικονομία θα βιώνει μία περίοδο αδυναμίας, ενώ σε κάθε περίπτωση, η Morgan Stanley δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει τόσο υψηλά πλεονάσματα όσο ζητούν οι πιστωτές.

Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία με τους πιστωτές, ο οίκος εκτιμά ότι εάν δεν βρεθεί ένας συμβιβασμός σύντομα, τότε μάλλον θα δοθεί μια προσωρινή λύση, ώστε να εκταμιευτεί η δόση, πιθανότατα χωρίς το ΔΝΤ αρχικά.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν το Eurogroup ανακοινώσει ότι η Ελλάδα θα λάβει πρόσθετη επιμήκυνση του χρέους τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο, η Morgan Stanley τονίζει ότι τα μέτρα ελάφρυνσης δεν πρόκειται να συγκεκριμενοποιηθούν πριν από τις γερμανικές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου, με την πραγματική επέκταση του προφίλ αποπληρωμών να γίνεται μόνο μετά τη λήξη του προγράμματος, στα μέσα του 2018.

Έτσι, τόσο το χρέος όσο και το QE κρίνονται ως μακρινά, αφού για να ενταχθεί η Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση απαιτείται όχι μόνο η ελάφρυνση του χρέους αλλά και να μην είναι περίοδος αξιολόγησης καθώς και να έχει διαπιστωθεί πλήρης συμμόρφωση της Αθήνας με τους όρους του προγράμματος. Επομένως, το παράθυρο για να αγοράσει ελληνικά ομόλογα η ΕΚΤ είναι μικρό, με αποτέλεσμα η επίδραση του QE να περιορίζεται.

Αναφερόμενη στο πολιτικό τοπίο, η Morgan Stanley αναφέρει ότι αυτό μετατοπίζεται προς το mainstream, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ υπολείπεται σημαντικά στις δημοσκοπήσεις έναντι της Νέας Δημοκρατίας, που χαρακτηρίζεται σαν κόμμα φιλικότερο προς την Ευρώπη, την αγορά, τις μεταρρυθμίσεις και τις επιχειρήσεις. «Δεν θα γίνουν εκλογές βραχυπρόθεσμα, αλλά οι δημοσκοπήσεις της πρόθεσης ψήφου δείχνουν ότι η ΝΔ, μαζί με άλλα κεντρώα κόμματα, θα κέρδιζαν την απόλυτη πλειοψηφία, εάν οι εκλογές γίνονταν τώρα, κάτι που είναι μακροπρόθεσμα θετικό», καταλήγει ο οίκος.