Πριν απ’ το τουρκικό δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής, το ερώτημα που διατυπωνόταν με διάφορους τρόπους στην πολιτική σκηνή της Αθήνας ήταν το τι θα σήμαινε για τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις μια νίκη ή μια ήττα του Ταγίπ Ερντογάν στις κάλπες. Σήμερα, μετά το οριακό αποτέλεσμα υπέρ του «σουλτάνου», πάλι γίνεται προσπάθεια από πολιτικά πρόσωπα να συνδεθεί αυτή η εξέλιξη με ενδεχόμενες επιθετικές κινήσεις του απέναντι στην Ελλάδα.

Ομως, τόσο το παρελθόν των ελληνοτουρκικών «προβλημάτων» στο Αιγαίο από το 1973-1974 όσο και η παγίως προκλητική αλλά και καλά σχεδιασμένη κίνηση των αεροναυτικών δυνάμεων της Τουρκίας σήμερα επιβεβαιώνουν ένα πράγμα: ότι ο ισλαμιστής Ταγίπ Ερντογάν ακολουθεί χωρίς παρεκκλίσεις στα ελληνοτουρκικά τη στρατηγική της διεκδίκησης ελληνικής θάλασσας στο Αιγαίο, εδάφους στην Κύπρο και δικαιώματος «προστασίας» μουσουλμάνων πολιτών στο έδαφος της ελληνικής Θράκης. Ο,τι κι αν έβγαλε η κάλπη στην Τουρκία στις 16 Απριλίου, όπως κι αν θα αντιμετωπίσει ο Ερντογάν τα πράγματα στη διχασμένη χώρα του, η τουρκική εθνική στρατηγική για την Ελλάδα και την Κύπρο θα μένει σταθερή σαν τον Πολικό Αστέρα.

Βεβαίως, η Αθήνα παρακολουθεί προσεκτικά -και λογικό είναι αυτό- τις εξελίξεις στο Κουρδικό, που «καίει» την Τουρκία, όπως και την υπόθεση των σχέσεων της Αγκυρας με την Ουάσινγκτον στο σκηνικό του πολέμου στη Συρία, όπου και η εμπλοκή της Ρωσίας. Εκτιμάται ότι αυτά τα ζητήματα θα επηρεάσουν ενδεχομένως κάποιες από τις «συμπεριφορές» του «νευρικού» Ερντογάν και στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Ομως, καθώς τα πράγματα εξελίσσονται στην περιοχή μας και καθώς η Αθήνα κάθε χρόνο δέχεται ολοένα και ισχυρότερες πιέσεις απ’ την Τουρκία, διαμορφώνεται και σε διπλωματικούς κύκλους και σε κύκλους αναλυτών των αμυντικών θεμάτων μια άποψη κατά την οποίαν η Αθήνα πρέπει να τοποθετήσει σε νέες βάσεις και σύμφωνα με τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα στον διεθνή περίγυρό της την πολιτική της απέναντι στην Τουρκία.

Η ανάγκη νέου σχεδιασμού εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας με επίκεντρο τα ελληνο-τουρκικά ζητήματα ξεκινά, κατά τις πηγές αυτές, από μια βασική διαπίστωση: η Τουρκία όχι μόνο διατηρεί σε υψηλό επιχειρησιακό επίπεδο την 4η Στρατιά του Αιγαίου, αλλά ενισχύει γενικότερα τις ένοπλες δυνάμεις της με νέα, προηγμένης τεχνολογίας όπλα (κατασκευή αεροπλανοφόρου, υπερσύγχρονα, «αήττητα» αεροσκάφη F-35, νέες κορβέτες). Στόχος της Αγκυρας είναι να αποκτήσει δυνάμεις που θα την καταστήσουν ισχυρή αεροναυτική δύναμη από τη Δυτική έως και την Ανατολική Μεσόγειο.

Περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες

Οι ελληνικές εκτιμήσεις είναι ότι, με δεδομένες τις οικονομικές δυνατότητες της χώρα μας απέναντι σε αυτές της Τουρκίας, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να παρακολουθήσει ανταγωνιστικά την αντίπαλό της, που είναι αποφασισμένη να «κτίσει» μια συντριπτικής τεχνολογικής υπεροχής αεροναυτική μηχανή. Αν σήμερα, η Ελλάδα, παρά τα μεγάλα προβλήματά της, εξακολουθεί (μετά κόπου μεγάλου) να διαθέτει αξιόλογη αποτρεπτική δύναμη απέναντι στην Τουρκία, οι ειδικοί προβλέπουν ότι σε ένα ορατό μέλλον η άμυνα της χώρας θα έχει τρομακτικές δυσκολίες στο έργο της αποτελεσματικής προστασίας των ελληνικών θαλάσσιων συνόρων.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΡΕΙΣΜΑΤΑ

Προβολή του «θέματος Τουρκίας» σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ

Ξεκινώντας από το πρόβλημα της άμυνας, οι εισηγούμενοι τη μελέτη μιας νέας ελληνικής στρατηγικής περνούν στο δεύτερο επίπεδο: την ανάγκη αναζήτησης σοβαρών πολιτικών στηριγμάτων της χώρας στη Δύση και, πρωτίστως, στην Ευρώπη, με ισχυρά γεωπολιτικά επιχειρήματα.
Αυτή την ώρα, έτσι όπως έχουν τα πράγματα με τις πολιτικές της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα, η συνεχής αναφορά των Ελλήνων πολιτικών στα σύνορα της χώρας μας ως «ευρωπαϊκών συνόρων» στερείται πολιτικής ουσίας. Εως σήμερα, όχι μόνο σε κανένα σημείο των πρόσφατων εξελίξεων δεν έχει διαπιστωθεί πως στην Ε.Ε. οι ισχυροί εταίροι υπολογίζουν στα «ευρωπαϊκά» σύνορα της Ελλάδας - αντιθέτως, προτιμούν συχνά να συζητούν απευθείας με τον Ερντογάν, περνώντας πάνω από αυτά τα σύνορα. Επιπλέον, η Ε.Ε. δεν διαθέτει (ακόμα τουλάχιστον) ευρωπαϊκό στρατό», άρα τα ελληνικά σύνορα είναι η Ελλάδα που θα τα υπερασπισθεί, αν συμβεί «ανάφλεξη» στο Αιγαίο.

Στη βάση όλων αυτών, μια ομάδα βετεράνων της ελληνικής διπλωματίας συνιστά στα πολιτικά παρασκήνια την ταχεία οργάνωση μιας σοβαρής πολιτικής «παρέμβασης» της Αθήνας στην Ευρώπη για την ανάδειξη του προβλήματος που συνιστά σε ευρωπαϊκό επίπεδο η πολιτική της Αγκυρας απέναντι σε μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. με στρατιωτικά μέσα και με κινήσεις που μοιάζουν με πολεμική προετοιμασία. Θυμίζουν, δε, οι εν λόγω διπλωμάτες ότι καμία «αναθεωρημένη» διαλλακτική πολιτική ελληνικής κυβέρνησης από τη δεκαετία του ’80 έως σήμερα δεν βρήκε ποτέ πραγματική «ανταπόκριση» από την Αγκυρα - πράγμα που έχει επιβεβαιώσει πως οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας προς την Ελλάδα δεν έχουν καμία «ευρωπαϊκή» πτυχή.

Την ίδια διπλωματική δραστηριότητα πρέπει να αναπτύξει, λένε, η Αθήνα και σε διεθνείς οργανισμούς και επίσης στο ΝΑΤΟ, όπου δεν είναι δυνατόν να μη συνιστά σήμερα για τον γενικό γραμματέα της Συμμαχίας πρόβλημα η στρατιωτική πίεση -και μάλιστα με επισήμως διατυπωμένη «απειλή πολέμου»- μιας χώρας-μέλους σε βάρος μιας συμμάχου χώρας. Κατά τις πηγές αυτές, η Ελλάδα θα πρέπει να διερευνήσει πολιτικά στον χώρο της Συμμαχίας το κατά πόσο αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ το ενδεχόμενο να συμβεί, στην παρούσα διεθνή συγκυρία και την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και την Αν. Μεσόγειο, ένα «θερμό επεισόδιο» μεταξύ δύο χωρών-μελών. Και με τη Ρωσία στο «παιχνίδι» της Μέσης Ανατολής.

Βεβαίως, προσθέτουν οι ίδιοι κύκλοι, σήμερα οι ΗΠΑ δεν κάνουν «κουμάντο» στα ελληνο-τουρκικά, όπως συνέβαινε παλαιότερα επί δεκαετίες, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ουάσινγκτον δεν θα υποστεί ζημιά εντός κι εκτός ΝΑΤΟ, αν φανεί ότι δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει την εσωτερική συνοχή της Συμμαχίας.

Από την εφημερίδα "Επένδυση"