Tο εύρος των πιθανών αποτελεσμάτων του Brexit παραμένει μεγάλο και ο προβλεπόμενος χρόνος για επίτευξη εμπορικής συμφωνίας Βρετανίας-ΕΕ είναι φιλόδοξος, σχολιάζει η Fitch, αναφερόμενη στις χθεσινές ανακοινώσεις της Τερέζα Μέι.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης, η ομιλία έδωσε μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τους τελικούς στόχους του Brexit.

Σύμφωνα με τη Fitch, οι προτεραιότητες της Μέι υποδηλώνουν τόσο την αποχώρηση από την ενιαία αγορά της ΕΕ όσο και από την πλήρη συμμετοχή της τελωνειακής ένωσης. Όμως παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο ποιες θα είναι τελικά οι θεσμικές και εμπορικές σχέσεις των δυο πλευρών μετά το Brexit.

Η κα Μέι δήλωσε πως οι προτεραιότητες της Βρετανίας «δεν μπορεί να σημαίνουν συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ενιαία αγορά», αλλά ότι θα επιζητηθεί η μεγαλύτερη δυνατόν πρόσβαση μέσω μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου και ίσως προσπαθήσει να συμπεριλάβει στοιχεία της ενιαίας αγοράς για ορισμένους κλάδους. Είπε πως δεν έχει κάποια «προδικασμένη θέση» για την μορφή μιας τελωνειακής συμφωνίας Βρετανίας-ΕΕ που δεν θα δεσμεύει τη Βρετανία σε κοινό εξωτερικό δασμό και θα επέτρεπε στη χώρα να καθορίσει τα δικά της δασμολογικά προγράμματα. Οι προβλέψεις θα εφαρμοστούν σταδιακά μετά την επίτευξη συμφωνίας, με ενδιάμεσους διακανονισμούς σε ορισμένες περιπτώσεις.

Αυτό αφήνει ένα μεγάλο εύρος πιθανών αποτελεσμάτων αναφορικά με τις μελλοντικές εμπορικές και θεσμικές συμφωνίες Βρετανίας-ΕΕ, αναφέρει η Fitch. Επιπλέον, οι διετείς διαπραγματεύσεις για το Άρθρο 50 θα είναι περίπλοκες και ο στόχος για συμφωνία για τη νέα σχέση Βρετανίας-ΕΕ μέχρι τον Μάρτιο του 2019 είναι φιλόδοξος. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τους στόχους της Βρετανίας, αλλά και από αυτούς των διαπραγματευτών της ΕΕ και των κρατών-μελών, που ίσως διαφέρουν, και την δυνατότητα να μπορέσουν να συμβιβαστούν όλες οι πλευρές.

Η αβεβαιότητα που δημιούργησε το δημοψήφισμα στην οικονομική πολιτική, το εξωτερικό εμπόριο και το ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελούν αδυναμία για την πιστοληπτική αξιολόγηση του Ηνωμένου Βασιλείου, σημειώνει ο οίκος, αναφέροντας πως θα συνεχίσει να επικεντρώνεται στον βαθμό στον οποίον η διαδικασία του Brexit ενέχει κίνδυνο να βλάψει τις μεσοπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Βρετανίας και τα δημοσιονομικά της.