Μπορεί να μην πέφτουν ως κεραυνός εν αιθρία, ωστόσο τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας της ΕΥ (Ernst & Young) αποκαλύπτουν ότι ενώ πολλές προηγμένες οικονομικά χώρες επιλέγουν τη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις, προκειμένου να ενισχύσουν ή να μην απολέσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους, στην Ελλάδα ακολουθούμε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο!

Συγκεκριμένα, οκτώ από τις 50 χώρες (16%) που συμμετείχαν στην έρευνα επιβεβαιώνουν ότι έχουν θεσπιστεί νόμοι που θα οδηγήσουν σε μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων φέτος.

Επτά από αυτές βρίσκονται στην Ευρώπη (έναντι μόλις τριών πέρυσι), συμπεριλαμβανομένων του Ηνωμένου Βασιλείου, του Λουξεμβούργου και της Γαλλίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το επίκεντρο των δράσεων έχει μετακινηθεί στην Ευρώπη και ότι οι χώρες στην περιοχή αυτή μειώνουν τους συντελεστές τους ταχύτερα από χώρες σε άλλα σημεία του κόσμου.

Επιπλέον, το 30% σκοπεύει να παραχωρήσει ευρύτερα επιχειρηματικά κίνητρα για να τονώσει ή να διατηρήσει τις επενδύσεις, ενώ ο αριθμός των χωρών που υιοθετούν νέα ή βελτιωμένα επιχειρηματικά κίνητρα αυξήθηκε κατά 27% σε σχέση με το 2016.

Τι γίνεται στην Ελλάδα; Προβλέπεται γενικότερη φορολογική επιβάρυνση, που θα προκύψει, κυρίως, από τις αλλαγές στους συντελεστές του ΦΠΑ, αλλά και από τους αυξημένους φόρους κατανάλωσης σε προϊόντα όπως τα καπνικά, ο καφές, η μπίρα και άλλα.

Πέρα από αυτά που αποτυπώνονται στην έρευνα, δεν θα πρέπει να ξεχνάει κανείς την επιλογή της κυβέρνησης για αύξηση του φορολογικού συντελεστή στις επιχειρήσεις από το 26% στο 29% από 1/1/2016, όπως επίσης την αύξηση του φόρου στα μερίσματα από το 10% στο 15% από 1/1/2017. Η εύκολη αιτιολόγηση μιας τέτοιας απόφασης είναι ότι η χώρα βρίσκεται ακόμα υπό επιτροπεία, ωστόσο η εμπειρία των διαπραγματεύσεων δείχνει ότι η επιλογή των επιμέρους πολιτικών και δη των φορολογικών, είναι ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης.