Νέο κύμα συγκέντρωσης έρχεται στην ελληνική αγορά καθώς το βάρος των "κόκκινων" δανείων κινητοποιεί τράπεζες και επιχειρήσεις σε μια διαδικασία συγχωνεύσεων, απορροφήσεων και συνεργασιών. Το σύνθημα της εποχής είναι πλέον «πούλησε το για να το σώσεις», το οποίο συνοψίζει την ανάγκη των υπερχρεωμένων εταιριών να μπουν σε μια εξυγιαντική φάση, με «κουρεμένο» και αναδιαρθρωμένο δανεισμό αλλά και νέα διοίκηση, η οποία ενδεχομένως θα μπορέσει να διασώσει τη δραστηριότητα τους.

Κύριος μοχλός πίεσης προς αυτή την κατεύθυνση είναι προφανώς οι τράπεζες, οι οποίες επιδιώκουν να διευθετήσουν μέρος τουλάχιστον των «κόκκινων» δανείων, αφού το θέμα της ενεργούς διαχείρισης «χρονίζει» και δεν αναμένεται να διευθετηθεί, αν δεν προχωρήσουν οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Ήδη, λίστα με 1.000 κι πλέον εταιρίες  που αθροιστικά κουβαλούν 40 δις.ευρώ «κόκκινων» δανείων (NPL’s) κυκλοφορεί από τις τράπεζες σε γραφεία εύρωστων πελατών τους, προκειμένου να διερευνήσουν το πιθανό ενδιαφέρον για deals-σωσίβια.

Η εξίσωση ωστόσο δεν βγαίνει όταν μόνο το ένα μέρος (δηλαδή ο δανεισμός) διευθετείται. Οι παράγοντες της αγοράς, αναφέρουν πως αν οι προς πώληση εταιρίες δεν έχουν ικανοποιητική λειτουργική κερδοφορία ή προοπτικές ανασύνταξης της λειτουργίας τους, δεν ενδιαφέρουν όσο «κούρεμα» υποχρεώσεων και αν δεχθούν.  Είναι χαρακτηριστικό πως μετά από 7 χρόνια κρίσης υπάρχουν εταιρίες και δραστηριότητες που πωλούνται έναντι ενός ευρώ αλλά δεν αγοράζονται. Τα συσσωρευμένα χρέη τους, το «σημειωτόν» που αναγκάστηκαν να κάνουν επί χρόνια, η έλλειψη κεφαλαίων κίνησης και ενδεχομένως τα στρατηγικά λάθη των διοικήσεων τους, τις έχουν οδηγήσει σε σταδιακή απαξίωση, που τις καθιστά μη ελκυστικές σε πιθανούς αγοραστές.

Το ποσοστό των υπερχρεωμένων εταιριών χωρίς μέλλον παραμένει άγνωστο προς το παρόν (υπάρχουν εκτιμήσεις για ένα 10% επί του συνολικού όγκου), δεδομένου ότι όλα είναι δυναμικά σε μια ασταθή αγορά. Υπάρχουν ωστόσο και επιτυχείς συμφωνίες,   ακόμη κι αν εντάσσονται στην κατηγορία των  «deals του ενός ευρώ», δηλαδή εκείνων που οι αρχικοί μέτοχοι δεν παίρνουν τίποτα ούτε για τα πάγια, ούτε για τα μερίδια και τα σήματα που εκχωρούν- αλλά τουλάχιστον σώζουν εταιρίες και εργαζομένους, αποχωρώντας. 

Για παράδειγμα η συμφωνία εξαγοράς του δικτύου της Βερόπουλος από τον όμιλο Παντελιάδη, ο οποίος ανέλαβε την εξυπηρέτηση χρεών προς τους προμηθευτές όσο και τα περίπου 150 εκατ. ευρώ του δανεισμού της Βερόπουλος, θα κλείσει περίπου 20 καταστήματα και θα υλοποιήσει επενδύσεις έως 50 εκατ.ευρώ σε βάθος τριετίας. Οι πρώτες πληροφορίες από την πλευρά των προμηθευτών ήδη μεταφέρουν την αλλαγή κλίματος στο δίκτυο της Βερόπουλος, κάνοντας λόγω για αύξησης πωλήσεων τους  πρώτους μήνες του έτους, η οποία σημειωτέον συγκρίνεται με την περίοδο όπου ακόμη η Βερόπουλος είχε γεμάτα ράφια.    Στον ίδιο χώρο του λιανεμπορίου, σχεδιάστηκε και η επόμενη διαρθρωτική κίνηση με τη συμφωνία Σκλαβενίτη- Μαρινόπουλου, για το «φιλέτο» των 33 υπερκαταστημάτων της Μαρινόπουλος. Πληροφορίες αναφέρουν πως η συμφωνία είχε αρχικούς υποψήφιους αγοραστές, πολυεθνικούς παίκτες, και πως την τελευταία στιγμή η Μαρινόπουλος παρουσίασε το προσχέδιο συμφωνίας με την ελληνική Σκλαβενίτης. Για την ικανοποίηση των τραπεζών, επίσης η Μαρινόπουλος φέρεται να υποθήκευσε και το εναπομείναν 30% της ΦΑΜΑΡ στις τράπεζες προκειμένου να λάβει νέα χρηματοδοτική ένεση. Για την παραγωγική ΦΑΜΑΡ δε, υπάρχει εκπεφρασμένη πρόθεση πώλησης της από την οικογένεια Μαρινόπουλου. 

H απόκτηση του ελέγχου της Νίκας από το σχήμα Chipita-Impala Invest εισήλθε επίσης στην τελική ευθεία. Πρόκειται για ένα ακόμη deal αναδιάρθρωσης στον κλάδο των τροφίμων, ανάλογης σημασίας με εκείνα του Νηρέα και της Σελόντα, όπου στην εταιρεία οι νέοι μέτοχοι θα βάλουν 30 εκατ. ευρώ μέσω αύξησης κεφαλαίου και παράλληλα οι τράπεζες θα "κουρέψουν" μεγάλο μέρος των δανείων ώστε μετά την αναδιάρθρωση ο συνολικός δανεισμός να υποχωρήσει σε περίπου 29 εκατ. ευρώ από περίπου 77 εκατ. ευρώ που ανέρχεται σήμερα, κι έτσι να δοθεί μια ακόμη ευκαιρία στην εταιρία να επιβιώσει.

Η ακτοπλοΐα είναι ένας ακόμη κλάδος όπου καταγράφεται έντονη κινητικότητα. Η πρόταση εξαγοράς της Hellenic Seaways από τον όμιλο Grimaldi μέσω της εταιρείας Minoan Lines, σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου κύκλου εξαγορών και συγχωνεύσεων που για να υλοποιηθεί,  χρειάζεται ωστόσο, τη συναίνεση των πιστωτριών τραπεζών. Στην περίπτωση της Hellenic Seaways βρίσκεται σε εξέλιξη πλέον μια διελκυστίνδα με άγνωστη έκβαση, μεταξύ της Minoan που έχει αποκτήσει το 37,5% της εταιρείας μετά την εξαγορά του μεριδίου 3,9% που κατείχε η Interamerican, και της Τράπεζας Πειραιώς η οποία είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος με 40%.

Διεργασίες σημειώνονται και στις τουριστικές επιχειρήσεις. Στο διάστημα 2009 - 2015 ο αριθμός των τουριστών που επισκέφθηκαν τη χώρα μας αυξήθηκε κατά 11 εκατομμύρια άτομα (+73%) ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 4,1 δισ. ευρώ (+39%), νούμερο εντυπωσιακό δεδομένου ότι στο ίδιο διάστημα η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε περίπου κατά 25%. Ωστόσο, παρά την ισχυρή αύξηση των εσόδων, οι επιδόσεις του κλάδου είναι φτωχές. Το 2013 (που ήταν επίσης έτος ρεκόρ) ο κλάδος των ξενοδοχείων παρουσίασε ζημίες ενώ το 2014 τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν στα 150 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, το 40% των δανείων που έχουν λάβει από τράπεζες δεν εξυπηρετείται. Τραπεζικά στελέχη αναφέρουν ότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις έχουν λάβει συνολικά δάνεια ύψους 7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,8 δισ. ευρώ δεν εξυπηρετούνται. Σύμφωνα με αναλυτές, θα περίμενε κανείς πολύ καλύτερες επιδόσεις, δεδομένου μάλιστα ότι ένα μεγάλο μέρος των υποδομών (ανέγερση μονάδων κ.ά.) έχει χρηματοδοτηθεί με κρατικές επιδοτήσεις. Οπως εκτιμούν οι ίδιοι, η αρνητική εικόνα των επιδόσεων του κλάδου οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων όπως στην κακοδιαχείριση, στην υπερχρέωση μονάδων, σε ανορθόδοξες πρακτικές για να μην εμφανίζουν κέρδη (και επιβαρύνονται με πρόσθετους φόρους) αλλά και στη σημαντική πτώση του εσωτερικού τουρισμού. Από τις 9.700 ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, περίπου 30 μεγάλοι όμιλοι είναι υπεύθυνοι για περισσότερα από τα μισά «κόκκινα» δάνεια. Στους ομίλους αυτούς αντιστοιχεί το 1,8 δισ. ευρώ των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σύνολο 2,8 δισ. ευρώ «κόκκινων» δανείων, δηλαδή το 65%. Δίχως αυτούς τους υπερχρεωμένους ομίλους, που επιβαρύνουν δυσανάλογα την εικόνα του κλάδου, τα μη εξυπηρετούμενα θα ήταν κάτω του 20% του συνόλου.