Η εταιρεία που ανέδειξε το Campari, τη βότκα Absolute και τη σαμπάνια Moet & Chanton στην Ελλάδα συμπληρώνει εκατό χρόνια λειτουργίας στην αγορά αλκοολούχων ποτών, επιτυγχάνοντας, μάλιστα, να διέρχεται την κρίση παρουσιάζοντας αύξηση πωλήσεων και χωρίς ούτε μία ζημιογόνο χρήση. 

Η ΑΜΒΥΞ, η μεγαλύτερη αμιγώς ελληνική εταιρεία εισαγωγής και εμπορίας αλκοολούχων ποτών στη χώρα, ιδρύθηκε το 1917 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλβέρτο Ρεβάχ, πατέρα του σημερινού βασικού μετόχου και επί χρόνια επικεφαλής Ισίδωρο Ρεβάχ, ο οποίος αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες μια πατριαρχική φιγούρα στην αγορά αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα. Ο ίδιος, παρά το ότι παραμένει μια ισχυρή προσωπικότητα στον χώρο -ως πρόεδρος, μάλιστα, της Ενωσης Επιχειρήσεων Αλκοολούχων Ποτών (ΕΝΕΑΠ)-, έχει εδώ και μία τριετία παραχωρήσει το management της εταιρείας στον Γιάννη Αρτινό (πρώην Vivartia), εκτιμώντας ότι «οι εποχές απαιτούν επαγγελματική διοίκηση». Διατηρεί, ωστόσο, απόλυτη σχέση τόσο με την εσωτερική αγορά όσο και με το διεθνές γίγνεσθαι, «διαβάζοντας» τις τάσεις.

Το 2016 η εταιρεία κινήθηκε με διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης (+40%), κάτι που εν πολλοίς οφείλεται στην προσθήκη του χαρτοφυλακίου της Bacardi (το οποίο υπερκάλυψε την απώλεια της αντιπροσώπευσης του Campari). Ετσι, πέρυσι το μερίδιο αγοράς της ΑΜΒΥΞ έφτασε από το 12% στο 24% της αγοράς, ελέγχοντας δηλαδή το 1/4 αυτής. Ωστόσο, άνοδος κατά 10% επιτεύχθηκε και στο ομοειδές χαρτοφυλάκιό της την περασμένη χρονιά. Στο α’ τρίμηνο της τρέχουσας χρήσης η εταιρεία συνεχίζει να τρέχει με ρυθμό πωλήσεων της τάξης του 45% (και 12% σε like for like επίπεδο), επιτρέποντας την εκτίμηση πως το 2017 θα κλείσει επίσης με ισχυρή διψήφια ποσοστιαία αύξηση πωλήσεων. Σημειώνεται ότι από το 2012 έως το 2016 -εν μέσω βαθιάς οικονομικής ύφεσης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα η αγορά αλκοολούχων ποτών να χάσει περισσότερο από το 50% της αξίας της και να περιοριστεί στα 280-300 εκατ. ευρώ-, η ΑΜΒΥΞ σημείωσε αύξηση κατά 60% στον κύκλο των εργασιών της και διπλασίασε το μερίδιο αγοράς της, σε αντίθεση με την πτωτική πορεία του κλάδου. Το 2016 ο κύκλος εργασιών της ανήλθε στα 54,5 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2017 η διοίκηση της εκτιμά ότι ο κύκλος εργασιών της θα αγγίξει τα 60 εκατ. ευρώ.

Τα τελευταία 10 χρόνια η ΑΜΒΥΞ έχει ενισχύσει την ελληνική οικονομία με 375 εκατ. ευρώ σε άμεσους φόρους. Κι όλα αυτά συνέβησαν εν μέσω αντίξοων συνθηκών. Σύμφωνα με τον κ. Ρεβάχ από το 2008 και μετά ο κλάδος των αλκοολούχων ποτών έχει υποστεί μείωση που αγγίζει το 53% στον όγκο που κατέγραφε το 2007. Η αύξηση των φόρων, του ΕΦΚ κατά 125% και του ΦΠΑ από 19% σε 21%, σε 23% και, τέλος, σε 24%, αύξησε τη φορολογική επιβάρυνση που είχε μια φιάλη μέσου ποτού στο ράφι από 50% σε 70% της τιμής του. Σε συνδυασμό με τη μείωση του μέσου εισοδήματος και την ανάγκη του Ελληνα να μειώσει τις δαπάνες του «κόβοντας» διασκέδαση, εξόδους, αλλά και αγορές μη απολύτως αναγκαίων πραγμάτων, οδηγηθήκαμε σε αυτή τη μείωση του 55% του συνολικού όγκου. Το on trade, λόγω του ότι ο Ελληνας βγαίνει λιγότερο και, όταν βγαίνει, σίγουρα καταναλώνει ακόμα λιγότερο, έχει μεγαλύτερο μερίδιο απωλειών από το off trade. Συγκεκριμένα, το on trade έχει χάσει το 38% από το -55% και το off trade έχει χάσει το υπόλοιπο 17%, δηλαδή θα μπορούσε να πει κανείς τα 2/3 από την εστίαση και το 1/3 από την κατανάλωση στο σπίτι.

H πορεία προς την κορυφή με όχημα τα premium brands

Η εταιρεία επιβίωσε και άνθησε, όπως ακριβώς συνέβη και με την οικογένεια Ρεβάχ. Η αρχική έδρα της ήταν η Θεσσαλονίκη, την οποία ο ιδρυτής της, Αλβέρτος, εγκατέλειψε, προκειμένου να σωθεί από την καταδίωξη των Γερμανών κατακτητών. Δεν επέστρεψε ποτέ πίσω, μια και οικογένειά του ξεκληρίστηκε, όπως και πολλοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, και παρέμεινε στην πρωτεύουσα προκειμένου να συνεχίσει την επιχειρηματική του δράση. Ο Ισίδωρος Ρεβάχ ανέλαβε τα ηνία σε ηλικία μόλις 21 ετών, μετά τον θάνατο του πατέρα του, και έμελλε να μεγαλώσει την εταιρεία.
Από το χαρτοφυλάκιο της ΑΜΒΥΞ έχουν περάσει δεκάδες σήματα, τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα. Η σαμπάνια Moet & Chanton αποτελεί από τους βασικούς συνοδοιπόρους της, καθώς η ΑΜΒΥΞ την αντιπροσωπεύει από την αρχή της ίδρυσής της.
Το 1989 λάνσαρε στην Ελλάδα τη βότκα Absolut, η οποία έκανε «θραύση» στην εγχώρια αγορά, κατατάσσοντας, μάλιστα, την ΑΜΒΥΞ στους καλύτερους αντιπροσώπους της σουηδικής φίρμας παγκοσμίως. Οι διεθνείς ανακατατάξεις στα brands οδήγησαν σε απώλεια της φίρμας, η οποία, ωστόσο, αντικαταστάθηκε σύντομα με τη βότκα Serkova. Ενα από τα πιο επιτυχημένα προϊόντα που διένειμε ποτέ στην Ελλάδα η ΑΜΒΥΞ, πάντως, δεν ήταν αλκοολούχο. Πρόκειται για το φυσικό ανθρακούχο νερό Perrier, που γνώρισε μεγάλη αποδοχή, δημιουργώντας εν πολλοίς μια νέα κατηγορία αναψυκτικών.
Εναν αιώνα μετά, η ΑΜΒΥΞ συνεργάζεται πλέον με 22 οίκους, που αθροιστικά εκπροσωπούν παγκοσμίως ετήσιο τζίρο άνω των 80 δισ. ευρώ. Διαχειρίζεται 74 κορυφαία διεθνή και ελληνικά brands αλκοολούχων ποτών από 5 διαφορετικές ηπείρους και από 20 διαφορετικές χώρες. Η εταιρεία διαθέτει ένα ευρύ δίκτυο διανομής, που αποτελείται από 700 χονδρεμπόρους και περίπου 5.000 συνεργαζόμενα σημεία τελικής πώλησης.

Τα λεφτά στους εργαζομένους

Η εταιρεία αύξησε στα χρόνια της κρίσης το ανθρώπινο δυναμικό της κατά 20%. Η πολιτική της ΑΜΒΥΞ, μάλιστα, είναι να μοιράζει μερίδιο των κερδών της στους εργαζομένους, όπως πέρυσι, που «επέστρεψε» σε αυτούς το 15% των κερδών, ενώ στα χρόνια της κρίσης δεν έκανε μειώσεις μισθών. Μετά τις ανακατατάξεις του 2016 η εταιρεία συνεχίζει να προσθέτει ισχυρά σήματα στο χαρτοφυλάκιό της -όπως την τεκίλα Patron-, ενώ διατηρεί επαφές και με άλλους παίκτες, προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω την γκάμα της. Παράλληλα, διατηρεί σχέση και με την ελληνική παραγωγή, παρά το γεγονός ότι έχει διακόψει την εμπορία του Ούζο 12 (πέρασε στη Β. Σ. Καρούλιας), διανέμοντας τα κρασιά του Κτήμα ΑΛΦΑ.