Ολα ξεκίνησαν το 1988, κάπου στο Χόλιγουντ, όταν ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Ζεμέκις μαζί με δύο νεαρούς σχεδιαστές της Nike προσπάθησαν να φανταστούν το αθλητικό παπούτσι του μέλλοντος. Το αποτέλεσμα αυτής της παράξενης συνεργασίας ήταν το Nike Mag, ένα φουτουριστικό παπούτσι που αποκτούσε ζωή μόλις το φορούσε ο Μάικλ Τζέι Φοξ στη θρυλική ταινία «Back to the Future», που υποτίθεται ότι διαδραματιζόταν στο... μακρινό 2015. Τελικά, ο Ζεμέκις έπεσε... έξω κατά δύο χρόνια.

Πριν από λίγες ημέρες, η Nike κυκλοφόρησε σε επιλεγμένα καταστήματά της στην αμερικανική αγορά το πρώτο παπούτσι με κορδόνια που δένονται μόνα τους.

Σύμφωνα με τον Μαρκ Πάρκερ, τον ένα από τους δύο σχεδιαστές του Nike Mag, που πλέον έχει αναρριχηθεί στη θέση του CEO της Nike, τα παπούτσια που δένονται μόνα τους θα είναι στο μέλλον τόσο διαδεδομένα όσο τα αυτο-οδηγούμενα αυτοκίνητα. Μέχρι τότε, είναι το προϊόν με το οποίο η Nike επιχειρεί να μπει στη νέα εποχή και να ξεχωρίσει από τα hot ονόματα της τάσης του «athleisure», όπως είναι η Adidas, η Under Armour και η Lululemon, που απειλούν την απόλυτη κυριαρχία της στην αγορά των αθλητικών ειδών. 

Επειτα από 28 χρόνια ανταλλαγής ιδεών και 11 χρόνια έρευνας και ανάπτυξης, το HyperAdapt 1.0 βγήκε στα καταστήματα της Nike στη μάλλον «αλμυρή» τιμή των 720 δολαρίων το ζευγάρι, πάνω στην ώρα για τα ψώνια των Χριστουγέννων. Το παπούτσι χρησιμοποιεί την τεχνολογία «adaptive fit», κάτι που σημαίνει ότι είναι εξοπλισμένο με σένσορες, μπαταρίες, μοτέρ και σύστημα καλωδίων, που του επιτρέπουν να προσαρμόζεται αυτόματα στο πόδι εκείνου που το φορά. Τα κορδόνια σφίγγουν από μόνα τους, μετρώντας την πίεση που ασκείται σε διάφορα σημεία του ποδιού, ενώ ο χρήστης μπορεί να τα προσαρμόσει ανάλογα με το τι τον βολεύει, με το πάτημα ενός κουμπιού.

Οπως έσπευσαν να επισημάνουν κάποιοι αναλυτές, τα 720 δολάρια είναι ένα μάλλον ακριβό τίμημα να πληρώσει κανείς για να απαλλαγεί από το δέσιμο των κορδονιών, μια κίνηση που οι περισσότεροι κάνουν μηχανικά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ομως, η μεγάλη ζήτηση για τα HyperAdapt 1.0, που κυκλοφορούν σε περιορισμένο αριθμό και σε επιλεγμένα αμερικανικά καταστήματα, δικαιώνει τη στρατηγική της Nike. Οι πρώτες πληροφορίες μιλούν για ζωηρές πωλήσεις κυρίως από αγοραστές που ενδιαφέρονται για τη συλλεκτική αξία των παπουτσιών. Αλλωστε, στη δευτερογενή αγορά των αθλητικών παπουτσιών, που ανθεί στις ΗΠΑ, τα HyperAdapt 1.0 υπολογίζεται ότι πωλούνται ήδη αντί 4.000 δολαρίων.

Το σίγουρο είναι ότι, με αυτό το παράτολμο στοίχημά της στην τεχνολογία, η Nike καταφέρνει να προκαλέσει ντόρο γύρω από το όνομά της, σε μια εποχή που άλλες εταιρείες αθλητικών ειδών, όπως η Under Armour, εντείνουν τον ανταγωνισμό. Βέβαια, η Nike παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης σε πολλές κατηγορίες αθλητικών παπουτσιών, όπως στο τρέξιμο, το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο. Μάλιστα, το μερίδιό της στην αμερικανική αγορά αθλητικών παπουτσιών ανέρχεται στο εντυπωσιακό 62%, αφού το Νο 2 της αγοράς αυτής, η Skechers, δεν συγκεντρώνει παρά μόλις το 5%.

Ομως, ο Πάρκερ δεν επαναπαύεται στις δόξες της Nike. Παρότι διοικεί έναν κολοσσό 70.000 εργαζομένων που πραγματοποιεί ετήσιες πωλήσεις 30 δισ. δολαρίων, έχει βάλει πολύ ψηλά τον πήχυ της ανάπτυξης. Στόχος του είναι, όπως επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία, να αυξήσει τις πωλήσεις της εταιρείας στα 50 δισ. δολάρια έως το 2020. Και, για να το επιτύχει αυτό, η Nike θα πρέπει όχι μόνο να συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι οι ανταγωνιστές της, αλλά και να φτάσει να τρέχει με ετήσιους ρυθμούς 10%.

Εάν υπάρχει ένας μάνατζερ που μπορεί να επιτύχει έναν τόσο υψηλό στόχο, αυτός είναι ο Πάρκερ, ο οποίος, από το 2006 που κάθισε στη θέση του CEO, έχει καταφέρει να διπλασιάσει τον ετήσιο τζίρο και να πενταπλασιάσει την τιμή της μετοχής της Nike. Επειτα από αυτά, το περιοδικό «Fortune» τού έδωσε πέρυσι τον τίτλο του «Επιχειρηματία της Χρονιάς».

Από κτηνίατρος, «μάγος» του ντιζάιν

Ο Μαρκ Πάρκερ δεν ονειρεύτηκε ποτέ μια καριέρα στον χώρο των επιχειρήσεων, αφού σε νεαρή ηλικία είχε αποφασίσει να γίνει κτηνίατρος. Η εμμονή του να κατασκευάσει ένα καλύτερο παπούτσι για το τρέξιμο, όταν ακόμα ήταν φοιτητής, ήταν που τον έσπρωξε προς το ντιζάιν. Οπως η ιστορία θέλει τον θρυλικό συνιδρυτή της Nike Μπιλ Μπάουερμαν να κατασκευάζει το πρώτο ζευγάρι παπουτσιών της εταιρείας χρησιμοποιώντας την πρέσα για βάφλες της συζύγου του σαν καλούπι για τη σόλα, έτσι και ο Πάρκερ άρχισε να λιώνει μόνος του λάστιχα για να πειραματιστεί με διάφορα σχέδια.

Λίγο μετά τις σπουδές του, το 1979, έπιασε δουλειά στη Nike ως σχεδιαστής παπουτσιών. Κορυφαία μοντέλα της εταιρείας, όπως τα Air Jordan και τα Air Max, φέρουν και τη δική του σφραγίδα. Για την ακρίβεια, ο Πάρκερ και ο βασικός σχεδιαστής της Nike, Τίνκερ Χάτφιλντ, θεωρούνται ένα από τα σημαντικότερα δίδυμα στην ιστορία του ντιζάιν καταναλωτικών προϊόντων.

Το Δ.Σ. της Nike, πάντως, αναγνώρισε πέρυσι τη συμβολή του Πάρκερ στην εταιρεία, δίνοντάς του ένα μπόνους 30 εκατ. δολαρίων για να παραμείνει στη θέση του για άλλα πέντε χρόνια.