Σχεδόν 160 χρόνια αφότου ο Λουί Βιτόν έστησε το ατελιέ του στην Ασνιέρ, οι τεχνίτες του γαλλικού οίκου δουλεύουν ακόμα εκεί, φτιάχνοντας τα πιο ακριβά κομμάτια του πιο ποθητού brand της σύγχρονης πολυτέλειας: Μπαούλα με το χαρακτηριστικό λογότυπο, τσάντες από εξωτικά δέρματα και ειδικές παραγγελίες για καλούς πελάτες. Στο εργαστήριο της Ασνιέρ, ένα κτίσμα από μέταλλο και τζάμι στο αρχιτεκτονικό στυλ του Γκουστάβ Άιφελ, όμως, συνέβη αυτές τις ημέρες το αδιανόητο. Οι τεχνίτες άφησαν τις βελόνες και τα σφυριά τους και κατέβηκαν σε απεργία. Σε μια βιομηχανία που διαφημίζει τη δεξιοτεχνία των έμπειρων εργατών της για να συντηρεί το μύθο της πολυτέλειας και να δικαιολογεί τις υψηλές τιμές των προϊόντων της, μια απεργία είναι σίγουρα μια παραφωνία που ηχεί πολύ άσχημα στα αυτιά των εύπορων πελατών της. 

Όπως είπαν οι εκπρόσωποι των συνδικάτων στο γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων, αιτία της πρώτης απεργίας στη Louis Vuitton μετά από 15 χρόνια εργασιακής ειρήνης ήταν οι μισθολογικές διαφορές. Η διοίκηση του οίκου προσέφερε αυξήσεις 30 ευρώ το μήνα μεικτά, έναντι των 55 ευρώ που ζητούσαν οι εργαζόμενοι. Η πρόταση της επιχείρησης περιελάμβανε επίσης πρόσθετη αύξηση 10-20 ευρώ για το 80% των υπαλλήλων, ενώ όπως έσπευσε να θυμίσει εκπρόσωπος της εταιρείας, πέραν των 13 μισθών του χρόνου, οι εργαζόμενοι έλαβαν το Μάρτιο το ετήσιο μπόνους τους, που ανήλθε σε 4-5 μισθούς.

Ασφαλώς, οι θέσεις στο ατελιέ της Louis Vuitton είναι περιζήτητες και ο οίκος φροντίζει να διασφαλίζει την τήρηση των υψηλών του στάνταρ στην παραγωγική διαδικασία, προσλαμβάνοντας ακόμα περισσότερους τεχνίτες, καθώς η ζήτηση αυξάνεται.

Σήμερα, η Louis Vuitton απασχολεί 3.100 άτομα στη Γαλλία, ενώ μόλις πέρυσι έκανε 370 νέες προσλήψεις. Όμως, οι εργαζόμενοι του οίκου νιώθουν ότι δικαιούνται υψηλότερες αμοιβές, έπειτα και από τις πολύ καλές επιδόσεις της επιχείρησης για το 2016. Πραγματικά, ο όμιλος LVMH κατάφερε να μείνει ανεπηρέαστος από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν άλλα ονόματα της πολυτέλειας εξαιτίας της γεωπολιτικής αστάθειας, των συναλλαγματικών διακυμάνσεων και των απαιτήσεων των καταναλωτών. Η LVMH εμφάνισε πωλήσεις ρεκόρ πέρυσι, στα 37 δισ. ευρώ, με το τζίρο της μονάδας μόδας και δερμάτινων ειδών του ομίλου να αυξάνεται κατά 8,2% το δ’ τρίμηνο του 2016.

Παρότι η Louis Vuitton είναι σήμερα η ναυαρχίδα του ισχυρότερου ομίλου στην παγκόσμια βιομηχανία της πολυτέλειας και ένα brand που αξίζει περισσότερα από 25.000.000 δολάρια, διαθέτει μάλλον ταπεινή καταγωγή. Δημιουργός του οίκου υπήρξε ένα ορφανό αγόρι, που ήταν μόλις 16 χρόνων όταν άρχισε να φτιάχνει κουτιά για ένα παριζιάνικο εργαστήριο. Τα κουτιά του Λουί Βιτόν, που φτιάχνονταν κατά παραγγελία για να προστατεύσουν και να μεταφέρουν από καθρέπτες και πίνακες έως ρούχα και λουλούδια, έγιναν περιζήτητα. Και όταν το 1854 εκείνος αποφάσισε να ανοίξει το δικό του μαγαζί, το Louis Vuitton Malletier, διαφημιζόταν ως ο επαγγελματίας που συσκευάζει με ασφάλεια τα πιο εύθραυστα αντικείμενα.

Ήταν η εποχή που η ευρωπαϊκή ελίτ ανακάλυπτε τον κόσμο, ταξιδεύοντας για εβδομάδες και μήνες και τα νεόκτιστα πλοία και τρένα. Οι ταξιδιώτες των καιρών αυτών κουβαλούσαν τα υπάρχοντά τους μέσα σε ογκώδη μπαούλα με θολωτά καπάκια, που ήταν φτιαγμένα για να επιτρέπουν στο νερό να κυλά, αντί να λιμνάζει και να μουσκεύει το πολύτιμο περιεχόμενο. Αλλά ο Βιτόν ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε να φτιάξει τα μπαούλα του με επίπεδο καπάκι και αεροστεγή υλικά, ώστε αυτά να μπορούν να στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο στα αμπάρια των εμπορικών πλοίων και τις αποθήκες των φορτωμένων τρένων. Αλλά το best seller της Louis Vuitton Malletier δεν ήταν άλλο από τα όρθια μπαούλα με τα συρτάρια και τα ντουλάπια, που επέτρεπαν στον ταξιδιώτη να κουβαλά μαζί του μία κινητή ντουλάπα, την οποία δεν χρειαζόταν να αδειάζει και να γεμίζει σε κάθε σταθμό του.

Το 1859, το εργαστήρι στο κέντρο του Παρισιού ήταν ήδη πολύ μικρό για να καλύψει την όλο και διευρυνόμενη πελατεία του, και έτσι ο Βιτόν αποφάσισε να το μεταφέρει, μαζί με το σπίτι της οικογένειάς του, στην Ασνιέρ. Σε αυτό το ατελιέ, το 1896, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Βιτόν, δημιουργήθηκε από το γιο του Ζορζ το χαρακτηριστικό λογότυπο LV, που είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο αλλά και «κακοποιημένο» από τους αντιγραφείς, στον κόσμο.

Μέχρι και σήμερα, στον πρώτο όροφο του ατελιέ αυτού, ξυλουργοί φτιάχνουν τους σκελετούς για τα θρυλικά μπαούλα της Louis Vuitton, χρησιμοποιώντας ξύλα από τη Γαλλία και την Αφρική. Λίγο πιο πέρα, τα δέρματα που χρησιμοποιούνται για τα κλασικά προϊόντα του οίκου είναι αποθηκευμένα σε σταθερή θερμοκρασία 16-19 βαθμών Κελσίου, και μόνο οι ειδικά εκπαιδευμένοι τεχνίτες κόβουν στο χέρι τα εξωτικά δέρματα, όπως αυτά του πύθωνα. Στον πάνω όροφο, άλλοι εργάτες συναρμολογούν προσεκτικά τις τσάντες, φροντίζοντας ώστε το λογότυπο να είναι πάντα στο κέντρο, το μονόγραμμα να μην είναι ποτέ κομμένο και τα σχέδια πάνω στα δέρματα να ταιριάζουν τέλεια στις ραφές.

Και βέβαια, οι τεχνίτες φορούν τις καλοσιδερωμένες μπεζ ποδιές τους, που έχουν κεντημένο στο τσεπάκι το όνομά τους και τη χρονιά που ξεκίνησαν να δουλεύουν για τη Louis Vuitton, σαν μια υπενθύμιση της συνεισφοράς τους στην κληρονομιά αυτού του ιστορικού οίκου μόδας.