Αν κάποιος αναμένει ότι η Ελλάδα μπορεί να βγει σχετικά γρήγορα από τον φαύλο οικονομικό κύκλο στον οποίο εισήλθε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, θα είναι καλό να αναθεωρήσει. Αρκεί να ρίξει μια ματιά στην πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Ενα μόνο στοιχείο είναι αρκετό. Οπως αναφέρεται, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα σύντομα θα πλησιάσει το μέγεθος του δημόσιου.

Και δεν είναι μόνο τα αριθμητικά δεδομένα που αναφέρονται στην έκθεση, αλλά και οι τεράστιες καθυστερήσεις στη λήψη μέτρων αντιμετώπισης του προβλήματος, οι οποίες είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού.

Συγκεκριμένα, σε επίπεδο μεγεθών, το δημόσιο χρέος έχει φθάσει τα 328 δισ. ευρώ. Το ιδιωτικό (οι οφειλές νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε εφορίες, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και ΔΕΚΟ) υπολογίζεται στα 230 δισ. ευρώ. Μάλιστα, σε αυτό δεν προσμετρούνται, καθώς δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν, οι οφειλές μεταξύ επιχειρήσεων. Αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αν υπολογίσει ότι δημόσιο και ιδιωτικό χρέος μαζί ισούνται με το τριπλάσιο του προσδοκώμενου ΑΕΠ.

Για το δημόσιο χρέος η Ελλάδα εξαρτάται από τις... ορέξεις της Γερμανίας, άρα στην παρούσα φάση δεν μπορεί κανείς να αισιοδοξεί. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, παρότι αποτελεί εσωτερικό πρόβλημα.
Εδώ και έναν χρόνο, κυβέρνηση και τρόικα διαπραγματεύονται προκειμένου να βρεθεί η χρυσή τομή στις διαδικασίες εξωδικαστικού συμβιβασμού, ώστε να διασωθούν βιώσιμες επιχειρήσεις.

Κι αν στα κόκκινα δάνεια παρατηρείται μια έστω και μικρή αποκλιμάκωση, τα χρέη προς την Εφορία αυξάνονται και πληθύνονται. Χωρίς, μάλιστα, να υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα μπει ένα τέλος στην αυξητική τάση, καθώς πλέον 4,37 εκατ. φορολογούμενοι (ή ο ένας στους δύο) έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Επειδή, δε, δεν υπάρχει στον ορίζοντα η προοπτική κουρέματος, ο μόνος που θα μπορούσε να δώσει τη λύση είναι ένας υπουργός Οικονομικών, με... μαγικές ιδιότητες.

Υ.Γ. Αποτελεί παράδοξο να ανασχηματίζεται η κυβέρνηση εν μέσω αξιολόγησης του οικονομικού προγράμματος. Για την οποία, μάλιστα, το Μέγαρο Μαξίμου διατείνεται ότι πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν, ώστε εντός του έτους να συζητηθεί η διευθέτηση του χρέους και η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Μόνο που, όπως μου έλεγε πρόσφατα επικεφαλής παραγωγικού υπουργείου, «σε περίπτωση υπουργοποίησης, αν ένας πολιτικός είναι οξυδερκής, χρειάζεται τουλάχιστον δύο μήνες για να αντιληφθεί τι παίζεται στο νέο του πόστο - αν όχι, υπολόγισε ένα εξάμηνο». Ζήσε, Μάη μου...