Αν και με αυτή την κυβέρνηση κανείς δεν πρέπει να λέει μεγάλη κουβέντα, υπάρχουν πια σοβαρές ενδείξεις ότι βρισκόμαστε κοντά στο τέλος της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση, αυτή που θεωρητικά έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί τον μακρινό Φεβρουάριο του 2016. Ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα έχει υποχωρήσει σχεδόν σε όλα όσα σταδιακά συσσωρεύτηκαν ως απαιτήσεις, καθώς παρατεινόταν η διαβούλευση. Ολα, εκτός από κάποιο φύλλο συκής που (πολιτικοί κι αυτοί) οι συνομιλητές της αναγνώρισαν ότι πρέπει να της παραχωρήσουν για να μπορέσει να ψηφίσει την πολιτική της αυτοακύρωση. Το πιθανότερο είναι πως αυτό το «κάτι» αφορά τα εργασιακά και, βέβαια, δεν είναι ένα βήμα βελτίωσης σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, αλλά απλώς μια απαίτηση που δεν θα υποχρεωθεί να αποδεχθεί αμέσως τώρα. Ετσι, θα πάει στη Βουλή απαγγέλλοντας το «αφήγημα» της σκληρής διαπραγμάτευσης, της κυβέρνησης που «ιδρώνει τη φανέλα», ενώ οι αντίπαλοί της θα ήταν έτοιμοι να ενδώσουν εξαρχής σε όλα. Και, βέβαια, σε μια παραιτημένη κοινωνία και σε ένα κόμμα συνειδητοποιημένο για την προτεραιότητα της διατήρησης της διακυβέρνησης κανείς δεν θα τολμήσει να ρωτήσει μήπως η αποδοχή του συνόλου των αρχικών αιτημάτων των δανειστών είναι απείρως καλύτερη από αυτό που θα έχει «κερδηθεί» με μια 15μηνη διελκυστίνδα, ακόμα κι αν κανείς δεν συνυπολογίσει τη βλάβη που στο μεσοδιάστημα προκλήθηκε στην πραγματική οικονομία και στην αξιοπιστία μιας χώρας η οποία, υποτίθεται, έως του χρόνου θα έχει βγει για να δανείζεται στις διεθνείς αγορές.

Η δέσμη που θα συμφωνήσει ο γνήσιος αριστερός κ. Τσακαλώτος θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πώληση της ΔΕΗ, τη μείωση του αφορολογήτου κάτω από τον κατώτατο μισθό (σε ετήσια βάση) και, βεβαίως, τη σημαντική μείωση των συντάξεων μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς.
Η ουσία δεν αλλάζει. Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει συναινέσει στην πώληση των μονάδων της ΔΕΗ, και μάλιστα σε ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, στη φορολόγηση ανθρώπων που ζουν στο όριο της φτώχειας, στην περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, τις οποίες για χρόνια είχε σημαία της αντιπολίτευσής της και έδινε όρκους τιμής στο εκλογικό της ακροατήριο πως δεν επρόκειτο να αγγίξει ακόμα κι αν χρειαζόταν να φτάσει στα άκρα.

Πάει καιρός που η έννοια των κόκκινων γραμμών στη διαπραγμάτευση του κ. Τσίπρα και του κ. Τσακαλώτου έχει αποκτήσει ευθυμογραφικό χαρακτήρα. Επειτα από την επικείμενη συμφωνία, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ θα βρίσκεται σε μια νέα πραγματικότητα. Τέτοια δέσμη μέτρων θα ήταν δύσκολο να αποδεχθεί ακόμα και ένα κόμμα της φιλελεύθερης Δεξιάς. Με τη συμφωνία που ετοιμάζεται να υπογράψει, ο κ. Τσίπρας βάζει το κόμμα του στην πρωτοπορία μιας Αριστεράς χωρίς κανένα ίχνος προγράμματος ή αρχών. Μετατρέπει τον ΣΥΡΙΖΑ στο πρώτο κόμμα μιας αδιανόητης μέχρι σήμερα θατσερικής Αριστεράς.
Η εξέλιξη αυτή θα έχει μεγάλες επιπτώσεις στο είδος της διακυβέρνησης από εδώ και πέρα. Τα μέτρα θα ψηφιστούν, φυσικά, το πιθανότερο χωρίς απώλειες. Χωρίς αρχές, χωρίς πολιτική και, πάντοτε, χωρίς πρόγραμμα, για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Τσίπρα απομένει μια και μόνο καταφυγή, μια και μόνη προσδοκία, ένα τελευταίο επιχείρημα: η διατήρηση της εξουσίας. Οι βουλευτές του θα κλάψουν ψηφίζοντας, θα σφαδάσουν σηκώνοντας το χέρι, θα εκφωνήσουν δεκάρικους κατά των δανειστών-εκβιαστών και στο τέλος θα ψηφίσουν με αντάλλαγμα ακόμα δύο χρόνια στη Βουλή και αποφεύγοντας τον κίνδυνο να κατηγορηθούν πως έριξαν την πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς.

Στα δύο χρόνια που συμπλήρωσε στην κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ συχνά φλέρταρε με εξωθεσμικές πρωτοβουλίες και παραθεσμικές δραστηριότητες. Στο εξής, με αποκλειστικό σημείο αναφοράς την εξουσία, πέρα από τις προβλέψιμες προανακριτικές επιτροπές, την αναμόχλευση παλαιότερων υποθέσεων και άλλες δικαστικού τύπου κινήσεις κατά των αντιπάλων του, δεν θα ήταν περίεργο εάν βλέπαμε και νέες θεσμικές δοκιμασίες.