«Not with tanks, as in 1967, but through the banks». Δεν φτάνει μόνον η ανάλυση οικονομικού περιεχομένου για να αποτιμηθεί η ακριβής σημασία ενός τραπεζικού πραξικοπήματος. Απαιτείται, όπως πάντα, να αναδεικνύεται μέσα από την ελιοτική παρήχηση της καλοδουλεμένης ρίμας. «So this is how the world ends. Not with a bang, but a whimper» - έτσι τελειώνει το ποίημα του Eλιοτ «Κούφιοι Aνθρωποι». «Oχι μ’ έναν βρόντο, αλλά μ’ έναν λυγμό», σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. Ολοι θα μιλούν για τις κλειστές τράπεζες και την πανωλεθρία την οποία, όσες φορές κι αν την έχουν προαναγγείλει, όταν φτάσει, θα είναι αγνώριστη. Το χαρακτηριστικό της κατάρρευσης είναι ότι δεν μπορείς να την περιγράψεις εκ των προτέρων, καθώς κανείς δεν σε πιστεύει.

Αλλά η χυδαία φράση του πρώην υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, δυστυχώς, απλώς προστέθηκε στη συλλογή του. Οι τράπεζες είχαν κλείσει και, όταν ο Βαρουφάκης γύρισε σπίτι, εκείνη την πρώτη ημέρα που έκλεισαν, γύρισε και είπε στη Δανάη Στράτου: «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες». «Honey, I shut the banks». Είναι η φράση του Βαρουφάκη που την ξεστόμισε σε συνέντευξή του στο σπουδαίο αμερικανικό περιοδικό «New Yorker» και που έγραψε με τον σχιζοφρενή κυνισμό της Ιστορία! Θα μου πείτε, και ο Νέρων εκπνέοντας είπε το περίφημο: «Τι κρίμα που η Ρώμη χάνει έναν τόσο μεγάλο ποιητή». Ναι, απλώς ο Νέρων ήταν αυτοκράτορας και είχε την πολυτέλεια να φαντάζεται ότι στο μέλλον αυτός θα οδηγεί τον Δάντη στις περιπλανήσεις του και όχι ο Βιργίλιος.

Συνέβησαν πολλά εκείνες τις ημέρες: Φεύγοντας ο πρωθυπουργός την Παρασκευή 26 Ιουνίου του 2015 από τις Βρυξέλλες χωρίς συμφωνία, εξήγγειλε με διάγγελμα το δημοψήφισμα για την Κυριακή 5 Ιουλίου, γνωρίζοντας ήδη ότι η χρηματοδότηση προς την Ελλάδα θα διακοπτόταν και ο ίδιος δεν θα είχε άλλη λύση από το να κλείσει τις τράπεζες και να επιβάλει capital controls. Δηλαδή: ένα τραπεζικό πραξικόπημα. Την Κυριακή 28 Ιουνίου 2015 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διέκοψε τον ΕLA από τις τράπεζες και τη Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015 τέθηκαν σε εφαρμογή τα capital controls («μαύρη Δευτέρα») με πράξη νομοθετικού περιεχομένου που έβαζε φραγμούς στην κίνηση κεφαλαίων και στην ανάληψη καταθέσεων. Η ελληνική οικονομία μπήκε σε κατάσταση limbo, η κυβέρνηση αθέτησε την υποχρέωσή της να αποπληρώσει τις δόσεις προς το ΔΝΤ, άρχισαν να γίνονται πλάνα για παράλληλο νόμισμα, ενώ ο Κλάους Ρέγκλινγκ έστειλε ένα e-mail στον Βαρουφάκη που σκοπό είχε να του θυμίσει ότι η μη πληρωμή προς το ΔΝΤ δίνει το δικαίωμα στον EFSF να ζητήσει την άμεση πληρωμή των δανείων προς την Ε.Ε. από την ελληνική πλευρά.

Στις 4 Ιουλίου του 2015, μία ημέρα πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, ο Γιάνης Βαρουφάκης, αναλύοντας τότε την κατάσταση, δείχνει να το διασκεδάζει. Λέει πως πριν από λίγες ώρες τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ένα μέλος του γερμανικού Κοινοβουλίου από το κόμμα της Μέρκελ, που του είπε: «Δεν πιστεύω αυτά που κάνουμε σε εσάς. Αν και ξέρω πως είσαι άθεος, θα προσεύχομαι για εσένα». Ο Βαρουφάκης διακόπτει την εξιστόρηση και παίρνει τηλέφωνο τον φίλο και σύντροφό του Ευκλείδη Τσακαλώτο και στη συνέχεια αρχίζει να κάνει υποθέσεις για το πώς θα συμπεριφερθεί ο Τσίπρας αμέσως μετά το δημοψήφισμα, αν επικρατήσει το «Ναι». Λέει: «Τα σοφά παιδιά του Μαξίμου κάθονται καλά στις κυβερνητικές θέσεις τους και δεν πρόκειται να τις αφήσουν». Υπέθετε πως ο Τσίπρας δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί, θα προχωρούσε σε μια στρατηγική αναδόμηση και στη συνέχεια θα πήγαινε σε εκλογές. Οσο για τον ίδιο, είχε αποφασίσει «να καβαλήσει το ηλιοβασίλεμα». Ο Γκαλμπρέιθ του απάντησε πως κάνει λάθος και θα επικρατήσει το «Οχι», γιατί οι Ελληνες δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Οπως και έγινε. Οταν ήρθαν τα πρώτα αποτελέσματα, οι συνδαιτυμόνες τσούγκρισαν τα ποτήρια με το κρασί και ζητωκραύγασαν το γνωστό σύνθημα του Τσε «Hasta la victoria siempre».

Ο Βαρουφάκης έχει εξομολογηθεί ότι είπε στον Ομπάμα το εξής: «Η κυβέρνησή μας θα συμβιβαστεί, θα συμβιβαστεί, θα συμβιβαστεί, αλλά εμείς δεν θα συμβιβαστούμε». Κάτι που φαίνεται να άρεσε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, που πρόσφερε ανέλπιστη υποστήριξη στην Ελλάδα, λέγοντας πως η λιτότητα δεν είναι καλό πράγμα. Δύο ημέρες πριν από το δημοψήφισμα, ο Βαρουφάκης σκέφτεται πως πρέπει να υπάρξει ένα ελληνικό πλάνο. Το συνθέτει μαζί με τον Τζέφρι Σακς και άλλους και το παρουσιάζει στον Τσίπρα, που το απορρίπτει ως πολύ επικίνδυνο. Μετά το Eurogroup στη Ρίγα, τα πράγματα αρχίζουν να καθαρίζουν. Ο Βαρουφάκης καταλαβαίνει πως ο Τσίπρας έχει κάνει πίσω, ενώ οι ομόλογοί του δεν θέλουν να συνομιλήσουν μαζί του. Είναι η αρχή του τέλους για τον ίδιο στο υπουργείο. «Ο Τσίπρας τούς έδωσε τη λιτότητα ελπίζοντας πως θα πάρει κάτι για τη διαγραφή χρέους. Μόνο που οι καρχαρίες δεν χορταίνουν με λίγο αίμα. Αρχισαν να ζητούν και άλλα. Εγώ ήμουν πολύ δημοφιλής και αν συνέχιζα θα μπορούσα να κάνω κακό στον Τσίπρα», λέει στη συνέχεια. Αυτά.

Κατά τα λοιπά, άξια πολλαπλών συγχαρητηρίων είναι η επιστολή του υιού Καψάσκη στους «Financial Times» με τίτλο: «Σταματήστε να προβάλλετε τον Βαρουφάκη!» Ο λόγος για τον Στέφανο Καψάσκη, γιο του πολύ σπουδαίου τραπεζίτη / οικονομολόγου και ιδρυτή της Τράπεζας Εργασίας, ο οποίος στην επιστολή του, η οποία δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους διατυπώνει το συγκεκριμένο αίτημα: Συγκεκριμένα, γράφει: «Κύριε, ως μακροχρόνιος αναγνώστης των “Financial Times”, δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς δύο φορές σε τρεις ημέρες αρθρογράφοι των “Financial Times” θεώρησαν πρέπον να προωθήσουν τον Γιάνη Βαρουφάκη, τον πρώην υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας, και τη δουλειά του (ο Martin Wolf στο “Summer books, Life & Arts” στις 24 Ιουνίου και ο Wolfgang Münchau στο “Η Ελλάδα προσφέρει μαθήματα στο πώς να διαπραγματευθεί το Grexit” στις 26 Ιουνίου 2017). Oσοι από εμάς αναγκαστήκαμε να βιώσουμε την υποτιθέμενη διαπραγμάτευση του κ. Βαρουφάκη με τους πιστωτές της Ελλάδας το 2015 (στην πραγματικότητα, ένα εξάμηνο παιχνίδι “κοκορομαχίας”) και ακόμα αναγκαζόμαστε να ζήσουμε με τη ζημία που προκάλεσε στην ελληνική οικονομία (υπολογίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος πως υπερβαίνει τα 85 δισ. ευρώ ή το 46% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος) δικαιούμαστε να αισθανόμαστε ότι ο κ. Wolf και ο κ. Münchau ρίχνουν αλάτι στην πληγή με το να διατηρούν τη μακρόχρονη εκστρατεία αυτοπροβολής του, της οποίας η εξάμηνη διαχείριση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι παρά ένα μόνο (ακριβό) κεφάλαιο».