Πιθανόν, ουδείς γνωρίζει τον σουλτάνο Αλπαρσλάν. Ούτε τον Ταρίκ μπεν Ζιγιάντ, κατακτητή της Ανδαλουσίας. Ενδεχομένως, κάτι να ’χει ακούσει για τον Σαλαντίν / Σαλαχαντίν Εγιουμπί, πορθητή της Ιερουσαλήμ. Ομως, ο πρώτος είναι ο νικητής του Ματζικέρτ, που άνοιξε (επί Σελτζούκων Τούρκων) τον δρόμο προς τη Μικρασία και -εν τέλει- την Ευρώπη. Ο Μπιν Ζιγιάντ, όταν έφθασε με τα πλοία του στην Ισπανία, έκαψε τον στόλο, λέγοντας «πίσω σας υπάρχει η θάλασσα, μπροστά σας εχθρός σαν τη θάλασσα», για να δείξει στους στρατιώτες του ότι μόνον ένας δρόμος υπάρχει: μπροστά! Ο δε Σαλαντίν είναι εκείνος που όχι μόνο κατέκτησε τους Αγίους Τόπους, αλλά και απέκρουσε την Τρίτη Σταυροφορία (Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και όλα τα σχετικά) - πάντα επέμενε ότι «με την πίστη του και όχι με τα σπαθιά και τα άλογα» το πέτυχε. Κι όμως, οι τρεις αυτές φιγούρες της τουρκικής Ιστορίας επηρεάζουν καθοριστικά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να πραγματώσει τη «δεύτερη επανάσταση», έπειτα από εκείνη του Κεμάλ Ατατούρκ.

To φτωχόπαιδο από τη λαϊκή γειτονιά Gasim Pasa της Πόλης (πουλούσε νερό και κουλούρια στον δρόμο) μέχρι και τη φυλάκισή του ως δημάρχου της Μείζονος Ισταμπούλ, επειδή απήγγειλε δημόσια τον στίχο «ας γίνουν οι τρούλοι τα κράνη μας και οι μιναρέδες οι λόγχες μας» (θεωρήθηκε πρόκληση στη βία, βασικά φόβισε το ισλαμικό περιεχόμενο), είναι σίγουρο ότι θα κερδίσει το «evet» («ναι») στο δημοψήφισμα της Κυριακής. Με αυτό θα αλλάξει το τουρκικό πολιτικό σύστημα από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό, που θα του επιτρέψει να διεκδικήσει δύο θητείες στην προεδρία κατά τις επόμενες εθνικές εκλογές στην Τουρκία, το 2019. Επομένως, θα μπορεί να παραμένει στην εξουσία μέχρι το 2029. Το τουρκικό Κοινοβούλιο έχει ήδη ψηφίσει τις συνταγματικές αλλαγές, αλλά απαιτείται η έγκρισή τους με τη λαϊκή ψήφο για να γίνουν νόμος. Αλλωστε, ο Ερντογάν και το κόμμα του, το AKP, έχουν κερδίσει την τελευταία δεκαπενταετία 11 εκλογικές αναμετρήσεις (πέντε βουλευτικές, μία προεδρική, τρεις τοπικές και δύο δημοψηφίσματα) χωρίς να χάσουν καμία.

Ο στρατηγικός στόχος Ερντογάν για την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλκει την καταγωγή του από την εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας, ώστε να θεσπισθεί ένα ισχυρά προεδρικό σύστημα, αναμένεται να εκπληρωθεί. Στα 152 προηγούμενα χρόνια έχει καταφέρει να ξεριζώσει το «βαθύ κράτος» των στρατιωτικών και της κεμαλικής γραφειοκρατίας, να περάσει αβρόχοις ποσίν τα οικονομικά σκάνδαλα και την άγρια καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων το καλοκαίρι του 2013, να ξεδοντιάσει τον «εσωτερικό εχθρό» των ισλαμιστών, την πολυπλόκαμη αδελφότητα του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν και να καταστείλει το πραξικόπημα. Η πεποίθησή του ότι είναι ο Εκλεκτός, ο Ανοξείδωτος, που μέλλεται να διαμορφώσει τη «νέα Τουρκία» εδραιώθηκε σε σημείο πραγματικής εμμονής. Το νέο, φαραωνικών διαστάσεων προεδρικό μέγαρο που τον φιλοξενεί -1.150 δωμάτια, σε μια έκταση τριπλάσια του Λευκού Οίκου, μεγαλύτερη και από εκείνη των Βερσαλλιών- μιλάει από μόνο του για τις φιλοδοξίες και το Εγώ του ανδρός. Εκτοτε μεσολάβησαν, ωστόσο, σοβαρές εξελίξεις που άρχισαν να θαμπώνουν το άστρο του υποψήφιου «πρώτου σουλτάνου της τουρκικής Δημοκρατίας».

Ομως, κάποιος θα πρέπει να πει στον Ταγίπ Ερντογάν ότι έχει φτάσει πολύ κοντά στην ύβριν, με τον κλασικό ορισμό της λέξης. Είναι πλέον ολοφάνερο σε όλους τους παρατηρητές της Τουρκίας πως ο σημαντικός αυτός ηγέτης έχει κυριολεκτικά «ξεφύγει». Οι αντιδράσεις του δείχνουν έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα και τον λαό του. Μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι αυτό συμβαίνει σε όλους τους ισχυρούς ηγέτες που μένουν πολλά χρόνια στην εξουσία και τείνουν να βλέπουν τον εαυτό τους σε ρόλο ημίθεου, αν όχι Θεού. Το πρόβλημα με τον κ. Ερντογάν είναι ότι όχι απλώς δεν μπορεί να κρύψει τον υπέρμετρο εγωισμό του, αλλά ότι δεν μπορεί καν να τον ελέγξει. Οι «κρεμλινολόγοι» της Αγκυρας προσπαθούν να δουν αν οι απρόβλεπτες συμπεριφορές οφείλονται σε παρενέργειες που σχετίζονται με την υγεία του. Η αστική ελίτ είναι τρομαγμένη, διχασμένη και ανήμπορη να αντιδράσει. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν ελεγχθεί σε απόλυτο βαθμό και δεν έχει φανεί στον ορίζοντα κάποιο ισχυρό αντίπαλον δέος. Παρ’ όλα αυτά, βαθείς γνώστες της Τουρκίας πιστεύουν ότι ο κ. Ερντογάν εξαντλεί γρήγορα το τεράστιο προσωπικό του κεφάλαιο και σύντομα θα έλθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ύβρεως.

Οντως, το ζήτημα της ηγεμονίας του Ερντογάν έχει εμπεδωθεί με τη «μακροχρόνια» διακυβέρνηση. Οι συνεχόμενες εκλογικές του επιτυχίες έχουν δημιουργήσει μια «εκλογική ηγεμονία» που τείνει να πείσει την κοινή γνώμη ότι η αντιπολίτευση δεν μπορεί να κερδίσει ποτέ. Είναι γεγονός ότι το ΑΚΡ και οι κοινωνικές δυνάμεις που συσπειρώνει έχουν σταδιακά επιβάλει μια νέα «ανορθόδοξη» έννοια της τουρκικότητας, η οποία κυριαρχεί πλέον σε όλες τις σφαίρες των κοινωνικών σχέσεων. Η νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση των τελευταίων 30 χρόνων σήμερα συνοδεύεται από την επανακατασκευή ενός ένδοξου οθωμανικού-ισλαμικού παρελθόντος που αποκαθίσταται στην καθημερινή εξέλιξη της κοινωνίας. Το οθωμανικό παρελθόν και οι ισλαμικές αξίες μετασχηματίστηκαν σε βασικό συστατικό της τουρκικής ταυτότητας. Μετατράπηκαν στο κυριότερο «πιστοποιητικό» των αξιών, του ήθους και του περιεχομένου του «έθνους - millet». Αυτή η «εθνικοποιημένη» έκδοση της οθωμανικής παράδοσης και της ισλαμικής θρησκείας αποτελούν πλέον στοιχεία του καθημερινού δημόσιου λόγου της εξουσίας και γίνονται αποδεκτά, αλλά και κατανοητά από τις ευρύτερες μάζες. Διαθέτουν, λοιπόν, μια πανίσχυρη «συμβολική δύναμη», όπως εξήγησε ο Hobsbawm.

Τα τελευταία 15 χρόνια, τουλάχιστον με όρους παγκόσμιας οικονομίας και νομιμοποίησής της στο τουρκικό πλαίσιο, η χώρα δεν γνώρισε καμιά απολύτως εναλλακτική επιλογή διακυβέρνησης πέραν του «μοντέλου ΑΚΡ». Το κυβερνών κόμμα κατάφερε να επιβάλει ένα είδος «παθητικής επανάστασης», στο πλαίσιο της οποίας τα δικά του οράματα κατέχουν πλέον ηγεμονική θέση και γίνονται αντιληπτά ως «εθνικά». Μέσα από τον γάμο της ισλαμικής θρησκείας με τον νεοφιλελευθερισμό, το ΑΚΡ κατάφερε να συσπειρώσει όχι μόνο τον κεντρικό πυρήνα του Ισλάμ, αλλά και γενικότερα τον πλειοψηφικό συντηρητικό χώρο της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή, πέτυχε να μεταφέρει στο πολιτικό κέντρο της Τουρκίας τη συντηρητική περιφέρεια και να τη μετατρέψει στον μέχρι στιγμής μοναδικό κυρίαρχο της τουρκικής Δεξιάς.

Υπό αυτή την έννοια, το «evet» («ναι») στο δημοψήφισμα της Κυριακής αποκτά υψίστη στρατηγική σημασία για το μέλλον της Τουρκίας με τη συγκεκριμένη συνταγματική αλλαγή και την επίσημη υιοθέτησης του προεδρικού συστήματος. Ο συνδυασμός των ενισχυμένων αρμοδιοτήτων του προέδρου, έτσι όπως επιβλήθηκαν από το πραξικοπηματικό Σύνταγμα του 1982, με μια απευθείας λαϊκή εντολή, μετατρέπει τον πρόεδρο σε καθοριστικό παράγοντα της οικοδόμησης της «νέας Τουρκίας» που αναδύεται. Πάντως, σηματοδοτεί δύο μακροπρόθεσμες δυναμικές: Η πρώτη είναι η επαναφορά της αντιπαράθεσης γύρω από τη θέση αρχής του πολιτικού Ισλάμ, που είναι η αλλαγή του πολιτειακού συστήματος της Τουρκίας. Η δεύτερη είναι η ενίσχυση των προσανατολισμών της εξωτερικής πολιτικής στο ιδεολογικό υπόβαθρο ενός «μεταδυτικού κόσμου» του ΑΚΡ. Συνεπώς, οι δυναμικές που καθορίζουν τη στρατηγική του ΑΚΡ στο Κυπριακό και, κυρίως, στο Κουρδικό αναμένεται να ενισχυθούν.