Πολλά έχουν γραφτεί τις τελευταίες ημέρες για τις «ομοιότητες» του 2014 και του 2016 σε ό,τι αφορά τους πολιτικούς χειρισμούς του Αντώνη Σαμαρά τότε και του Αλέξη Τσίπρα σήμερα.

Η ρητορική τους, το εφάπαξ βοήθημα που αποφάσισαν, η διαπραγματευτική γραμμή, οι διαταραγμένες σχέσεις με τη Γερμανία κ.ά., που, όπως πριν από δύο χρόνια, έτσι και τώρα, φέρνουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Επειδή το παρελθόν είναι διδακτικό για το τι θα συμβεί στο μέλλον, ας προσπαθήσουμε να «συγκρίνουμε» το 2015 με το 2017, βάσει των προβλέψεων του Προϋπολογισμού. Στην εισηγητική έκθεση που κατέθεσε στη Βουλή ο Γκίκας Χαρδούβελης τον Νοέμβριο του 2014 προβλέπονταν ότι το 2015 οι επενδύσεις θα αυξάνονταν κατά 11,7%, η ιδιωτική κατανάλωση θα σημείωνε άνοδο 1,6% και η οικονομία θα έμπαινε σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,9%. Και ο προϋπολογισμός του Ευκλείδη Τσακαλώτου περιλαμβάνει ανάλογες προβλέψεις. Ο υπουργός Οικονομικών εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα ενισχυθούν του χρόνου κατά 9,1%, η κατανάλωση κατά 1,8% και ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας θα φθάσει στο 2,7%.

Μόνο που το 2015 έκλεισε τελικά με οριακή ύφεση 0,2% και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι και η νέα ευκαιρία για ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων.

Στις διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη το ΔΝΤ δεν φαίνεται να βιάζεται, στις Βρυξέλλες οριοθετούν το τέλος της δεύτερης αξιολόγησης την άνοιξη του 2017 και η είσοδος της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα πάει ακόμα πιο πίσω.

Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός για τη διάσωση χρεωμένων, αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων βρίσκεται εδώ και μήνες στην αίθουσα... αναμονής, οι ιδιωτικοποιήσεις στο «περίμενε» και το τραπεζικό σύστημα υπολειτουργεί, με την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο κόκκινων επιχειρηματικών δανείων, εδώ και έναν χρόνο να μην έχει έχει διευθύνοντα σύμβουλο.

Το ζητούμενο δεν είναι αν θα γίνουν ή όχι πρόωρες εκλογές. Αλλωστε, οι εκλογές δεν είναι ποτέ το πρόβλημα. Προβλήματα δημιουργεί η αναποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων.

Το ζητούμενο είναι αν η παρούσα (ή η οποιαδήποτε μελλοντική) κυβέρνηση είναι στρατηγικά προσηλωμένη στην εφαρμογή του προγράμματος που έχει ψηφιστεί με τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία πριν από ενάμιση χρόνο. Γιατί, αν δεν είναι, τότε το 2017 μπορεί πολύ εύκολα να γίνει 2015.