Η αθέτηση των υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ προς τους ψηφοφόρους του έχει πια μορφή χιονοστιβάδας. Οι δημοσκοπήσεις, όσο μπορεί πια κανείς να τις εμπιστευθεί, δείχνουν πως η δυσφορία για την εξαπάτηση απειλεί να μετατρέψει τη μετεωρική άνοδο ενός κόμματος από τη ασημαντότητα στην εξουσία σε πυροτέχνημα, που μετά τη λάμψη δεν αφήνει πίσω του παρά μόνο απόλυτο σκοτάδι. 

Αρκετές φορές κάθε παραβίαση «κόκκινης γραμμής», κάθε απόφαση διαμετρικά αντίθετη με τις προεκλογικές εξαγγελίες, κάθε συμφωνία που συγκρούεται μετωπικά με το τελευταίο ίχνος πολιτικής αξιοπρέπειας ενός κόμματος που θέλει ακόμη να βαυκαλίζεται ότι παραμένει αριστερό αντιμετωπίζονται από την αντιπολίτευση ή από στελέχη της με χαιρεκακία. «Δεν σας τα λέγαμε;». Είναι ένα εύλογο ανακλαστικό. Είναι επίσης απολύτως καταστροφικό.

Για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, η υπαναχώρηση από ρητές δεσμεύσεις ενός κόμματος που ήρθε στην κυβέρνηση ως ριζοσπαστικός αμφισβητίας του «συστήματος» δεν συνιστά απόδειξη ότι έκανε λάθος. Η εγκατάλειψη ενός προγράμματος εκτός πραγματικότητας δεν εισπράττεται ως πιστοποίηση πως οι διεθνείς συσχετισμοί και οι αντικειμενικές πραγματικότητες της οικονομίας και της χώρας οδηγούν σε μια συγκεκριμένη πορεία όσους δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν ένα συναρπαστικό ταξίδι έξω από το ευρώ, όπως αυτό που είχε ως «σχέδιο Β» ο κ. Βαρουφάκης ή όπως αυτό που ακόμη φαντασιώνονται στελέχη που αποχώρησαν με τον κ. Λαφαζάνη ή άλλοι ομοϊδεάτες τους που παραμένουν στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγμα, η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων από την Αριστερά, που τις ξόρκιζε, δεν οδηγεί στην κατανόηση ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι αναγκαίες. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως συνθηκολόγηση ακόμα μίας πολιτικής δύναμης. Το συμπέρασμα ενός μεγάλου τμήματος της εκλογικής βάσης που στήριξε την ανάρρηση του κ. Τσίπρα στην εξουσία δεν είναι πως η ανοιχτή, ελεύθερη οικονομία είναι πράγματι ο μόνος δρόμος για να κρατηθεί η χώρα κοντά στο επίπεδο ζωής και δημοκρατίας που κατέκτησε στη Μεταπολίτευση. Το συμπέρασμά τους, ακριβώς επειδή είχαν απολύτως πεισθεί από τα βολικά, έστω και έωλα, επιχειρήματα της «εναλλακτικής πολιτικής», του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», του «άλλου δρόμου» και των άλλων φληναφημάτων, είναι πως η στροφή ισοδυναμεί με εκποίηση αρχών και εγκατάλειψη θέσεων, με αντάλλαγμα την εξουσία. Με απλά λόγια: όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Τσίπρας κάνουν μια στροφή 180 μοιρών και πράττουν τα αντίθετα από όσα είχαν υποσχεθεί, ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης δεν καταλαβαίνει πως αυτό ήταν αναγκαίο και οι υποσχέσεις δεν έβγαζαν πουθενά. Καταλαβαίνει πως «όλοι ίδιοι είναι», πως η πολιτική φθείρει τους πάντες και όλοι είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα με αντίτιμο την κατάκτηση ή τη διατήρηση της εξουσίας.

Επομένως, η ικανοποίηση όποτε ο ΣΥΡΙΖΑ διαπιστώνει και πληρώνει τα αδιέξοδά του είναι μυωπική και κοντόφθαλμη. Για κάθε Τσακαλώτο που φαντασιώνεται το πλεόνασμα της Σκάρλετ Γιόχανσον περιμένει ένα οδυνηρό ξύπνημα με μια μελλοντική Λεπέν ή έναν μελλοντικό Τραμπ, που γεννήθηκαν ακριβώς από αυτή την αντίληψη των μεγάλων πλειοψηφιών ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τους εκπροσώπους τους.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, γιατί από την Αριστερά του κ. Τσακαλώτου το μόνο κόκκινο που μένει είναι το μικρό όνομα της φαντασιακής ηγερίας του, που σημαίνει «κόκκινο της φωτιάς». Επομένως, άλλος δρόμος από τη μαζική διάψευση όλων των υποσχέσεων δεν υπάρχει. Τα επικοινωνιακά προπετάσματα περί «πολιτικής διαπραγμάτευσης» έχουν όλο και λιγότερο νόημα, καθώς οι Ευρωπαίοι δεν δείχνουν να ανησυχούν πια ούτε για τον χρόνο, ούτε για την τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Αρα, η παράταση της παραμονής της κυβέρνησης στην εξουσία θα συνεπάγεται αναπόφευκτα περαιτέρω απογοητεύσεις, περισσότερη απαξίωση της πολιτικής ως συστημικής ψευδολογίας. Οσοι στον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν τις εκλογές ως δρόμο σωτηρίας για το κόμμα τους καταλήγουν στο σωστό συμπέρασμα από λάθος δρόμο. Η απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ από εδώ και πέρα θα είναι φθοροποιός για όλους. Εδώ ισχύει απολύτως ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.