Το 2017 κουβαλά στις πλάτες του μια απεχθή πολιτική κληρονομιά. Η παρακαταθήκη της χρονιάς που πέρασε ήταν η εγκατάσταση στο κέντρο της πολιτικής σκηνής των μεγαλύτερων και πιο παραδοσιακών δυτικών δημοκρατιών, μιας ιδέας που ακόμα και πριν από πέντε χρόνια θα έμοιαζε με φάρσα ή εκκεντρικότητα. Είναι αυτό που αποκαλείται «πολιτική μετα-πραγματικότητα» ή «πολιτική πέραν της αλήθειας», αν προσπαθήσουμε να αποδώσουμε τον αγγλικό όρο «post-truth politics». Οι μεγαλύτεροι πολιτικοί θρίαμβοι του 2016 στήθηκαν ακριβώς πάνω σε αυτή την ιδέα, που συνιστά τον απόλυτο θρίαμβο της επικοινωνίας πάνω στην πολιτική, της εικόνας έναντι του περιεχομένου, του φαίνεσθαι επί του είναι, τελικά και χωρίς ωραιοποιήσεις, τη νίκη του ψεύδους στη μάχη του με την αλήθεια.

Ας πάρουμε μόνον τις δύο κορυφαίες εκδηλώσεις ενός μεγάλου πολιτικού κύματος, που καθορίζουν και εξελίξεις σε μητροπόλεις του δυτικού κόσμου, στις ΗΠΑ και στη Βρετανία. Στο Λονδίνο, οι υποστηρικτές του Brexit αναγνωρίζουν σιγά-σιγά όχι μόνον την ανυπαρξία σχεδίου για τη θριαμβευτική «ανάκτηση της ανεξαρτησίας», αλλά και τη φενάκη των υποσχέσεών τους. Ας το πούμε απλά: οι άνθρωποι έλεγαν ψέματα. Πολλά ψέματα, μεγάλα ψέματα. Η διαφορά είναι ότι δεν είχαν καμία αναστολή για να τα πουν και τώρα δεν έχουν καμία συνέπεια, όταν αναγνωρίζονται ή αποκαλύπτονται. Το περίφημο πούλμαν του Brexit με σύνθημα «να ανακτήσουμε τον έλεγχο» υποσχόταν 50 εκατομμύρια λίρες τη μέρα για το σύστημα Υγείας και όχι για τις Βρυξέλλες. Τώρα, όλοι παραδέχονται πως αυτό όχι απλώς δεν μπορεί να τηρηθεί επακριβώς, αλλά δεν έχει και καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει για την υποτιθέμενη απειλή πως 5 εκατομμύρια Τούρκοι θα πλημμύριζαν τη Βρετανία έως το 2030, αλλά και για τη δυνατότητα της Βρετανίας να μη δίνει προνομιακή είσοδο στη χώρα στους πολίτες της Ε.Ε.

Στις ΗΠΑ, έστω και με μικρότερο αριθμό ψήφων, σε δύο εβδομάδες θα είναι πρόεδρος ένας άνθρωπος που έχει πει ό,τι ρατσιστικό, προσβλητικό και υποτιμητικό μπορεί να ειπωθεί. Η ακραία χυδαιολογία για τις γυναίκες δεν τις εμπόδισε να τον ψηφίσουν, ενώ, εάν οι ισπανόφωνοι της Φλόριντα είχαν ψηφίσει για την Κλίντον όσο και για τον Ομπάμα, ίσως ο Τραμπ να μην ήταν πρόεδρος. Το σάιτ Politifact έλεγξε 313 ισχυρισμούς του Τραμπ και βρήκε ότι 211 ήταν από περίπου έως εντελώς ψευδείς, ενώ άλλοι 53 ήταν «εξωφρενικά ψέματα». Αλλά ο Τραμπ θα είναι πρόεδρος και ήδη διορίζει σε θέσεις-κλειδιά τύπους που θεωρούν ότι η κλιματική αλλαγή είναι απάτη και συνωμοσία, ενώ ένας γνωστός υποστηρικτής του με επίσημη θέση ευχήθηκε να πάθει ο Ομπάμα τη νόσο των τρελών αγελάδων και η Μισέλ «να γυρίσει στους πιθήκους».

Απέναντι σε αυτά, όσοι διατήρησαν σώας τας φρένας και έχασαν αισθάνονται ενοχές. Η τύψη για το πώς μπορεί η ηγεσία μιας χώρας να χάσει όχι από ριζοσπάστες, αλλά από καμποτίνους, ημιπαράφρονες ή/και απατεώνες είναι κατανοητή. Αλλά το σοκ έχει παραλύσει εντελώς την ηττημένη παράταξη της λογικής. Και στην προσπάθεια να καταλάβει την ήττα, προεκτείνει την κατανόηση των αιτίων της στο αποτέλεσμά της, τους επιβήτορες της εξουσίας. Το 2017 χρειάζεται λιγότερη ανοχή απέναντί τους. Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν σημαίνει αποδοχή. Η αποδοχή τους οδηγεί στην οριστική αποσύνδεση της πολιτικής από την αλήθεια κι αυτό θα είναι το πραγματικό τέλος της δημοκρατίας του δυτικού κόσμου.