Το 2017 δεν παραλαμβάνει, δυστυχώς, κανένα εθνικό πλεόνασμα, παρά μόνο ελλείμματα, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, διοικητικά, εκπαιδευτικά, ηθικά. Οπως κι αν δει κανείς τα πράγματα την παρούσα στιγμή, οι φόβοι για την «εγκατάσταση» μιας αέναης ύφεσης και κοινωνικής υπανάπτυξης στην Ελλάδα όχι μόνο δεν έχουν διαλυθεί, αλλά είναι έντονοι όσο ποτέ άλλοτε την παραμονή αυτής της Πρωτοχρονιάς. Οι λόγοι γι’ αυτήν τη μεγάλη ανησυχία δεν βρίσκονται μόνο στα «μαύρα» στοιχεία της εθνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτά έχουν σήμερα, αλλά και σε μια διαπίστωση που αποκαρδιώνει την ελληνική κοινωνία: Οι θεσμικές πολιτικές δυνάμεις, που συγκεντρώνονται στα δημοκρατικά κόμματα, παραμένουν εξαιρετικά αδύναμες. Και με τις καθημερινές επιδόσεις τους έδειξαν και το 2016 ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο τιτάνιο έργο που απαιτείται πλέον για να πάρει ένα τέλος το «μνημονιακό» δράμα που συνθλίβει τη χώρα μας.

Είναι απολύτως κατανοητό σε κάθε Ελληνα πολίτη το πόσο εξαιρετικά επείγουσα είναι η ανάγκη να οδηγήσουν οι εξελίξεις σε αναδομήσεις, σε εκ βάθρων αναδιοργανώσεις των δημοκρατικών κομμάτων, που βρίσκονται και σήμερα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Είναι πασιφανές, πλέον, ότι με το υπάρχον πολιτικό δυναμικό, σε ό,τι αφορά πρόσωπα, θεωρητική κατάρτιση, τεχνικές γνώσεις και καθημερινές πρακτικές, θα είναι και το 2017 ακόμα μία χρονιά αγωνίας για την Ελλάδα. Σε όλη τη διάρκεια της επταετούς κρίσεως, τα κόμματα έδειξαν με τις συμπεριφορές και τα λεγόμενά τους ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να διαχειρισθούν τις σεισμικές αλλαγές που προκάλεσαν στη χώρα τα «μνημόνια». Τα συντριπτικά κτυπήματα που δέχθηκε η πραγματική οικονομία και οι επιπτώσεις των βίαιων και σε χρόνο-εξπρές μετασχηματισμών της ελληνικής κοινωνίας δεν προκάλεσαν κανένα δημιουργικό σοκ στο εσωτερικό των κομμάτων. Προκάλεσαν μόνο ταραχή και πανικό και αγωνία για όπως-όπως εκλογική επιβίωση στις τέσσερις μάχες που διεξήχθησαν μετά τη «μνημονιακή πρεμιέρα» του 2010. Από εκείνη τη χρονιά, ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και τα «συγγενή» τους μικρά κόμματα, νευρικά και σπασμωδικά κινούμενα κατά περιόδους, παρήγαγαν πολιτικο-ιδεολογική σύγχυση, διακομματικά μίση και πάθη, κακοπιστίες και διχαστικό λόγο, φαντασιώσεις, ακόμα και παραισθήσεις ενώπιον της τρομερής πραγματικότητας.

Κι αυτά, παρά το γεγονός ότι η σφοδρότητα της κρίσης απαιτούσε ψύχραιμη πολιτική σκέψη και συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών πρωταγωνιστών. Το 2016, φορτωμένο με τα μεγάλα λάθη και τις εκλογικές μάχες του 2015, ξοδεύτηκε με τις ασταθείς, αντιφατικές πολιτικές και τις αδεξιότητες μιας κυβέρνησης που, υπό την πίεση των ξένων δανειστών, προσπάθησε να αποφύγει τα χειρότερα, αλλά και να δημιουργήσει, χωρίς επιτυχία, ελπίδες και εντυπώσεις για επικείμενη ανάκαμψη.

Απέναντί της το 2016 η κυβέρνηση είχε μια αξιωματική αντιπολίτευση καθολικώς αντίθετη με οτιδήποτε προερχόταν απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ και μια συρρικνωμένη «Κεντροαριστερά», με εξαιρετικά περιορισμένη κοινωνική απήχηση, καθότι στερούμενη διακριτής πολιτικής. Και όλοι σχολίαζαν ακατάπαυστα με τα χειρότερα λόγια τους «αντιπάλους». Ετσι, το 2017 βρίσκει και τη χώρα «στον αέρα» με άθλια τα οικονομικά της και τις πολιτικές δυνάμεις της σε έναν δικό τους, «παράλληλο» κόσμο με έντονα παλαιοκομματικά αρώματα. Για άλλη μία χρονιά, οι Ελληνες θα περιμένουμε το «θαύμα».