Είναι σε όλους ξεκάθαρο πλέον, στο ξεκίνημα του 2017, ότι, αν παραταθεί η περίοδος των αβεβαιοτήτων με «μνημονιακές» εκκρεμότητες και εκλογολογίες και με την απειλή κοινωνικών «εκρήξεων» προ των πυλών, η οικονομική κατάρρευση της χώρας δεν θα είναι παρά ζήτημα ολίγου χρόνου. Και τα περιθώρια για επιστροφή σε μια εθνική ομαλότητα θα είναι μηδαμινά και, πάντως, μια υπόθεση πολλών ετών, που θα «καταπιεί» άλλη μία γενιά, τουλάχιστον.

Αλλά, ακόμα και αν προσεχώς οι διαπραγματεύσεις με τους ξένους δανειστές εξελιχθούν θετικά, κατά το πώς το επιθυμεί η κυβέρνηση και επιτάσσει η ισχύουσα «μνημονιακή» λογική, η κατάσταση της χώρας είναι πλέον τέτοια, ώστε η ανακοπή της κατηφόρας να είναι μια εξαιρετικά δυσχερής υπόθεση. Και έτσι τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα: δεδομένου του όγκου των προβλημάτων στον παρόντα χρόνο και για την επόμενη διετία, πόσο είναι ρεαλιστικό να περιμένει κανείς ότι μια κυβέρνηση της τάξης του 30% θα είναι προσεχώς σε θέση να ανταποκριθεί στις τεράστιες υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις συμφωνίες με τους δανειστές;

Το ερώτημα ενισχύεται από το ότι τα πράγματα στην πολιτική σκηνή εξελίσσονται σε ένα έντονα διχαστικό κλίμα, με μια πόλωση που δεν επιτρέπει συνθέσεις ιδεών και προτάσεων. Και τούτο, σε ένα εθνικό περιβάλλον που επηρεάζεται βαθύτατα από μια βαριά άρρωστη εγχώρια αγορά και από μια κοινωνία κατάκοπη και με χαμηλότατο ηθικό, που μαστίζεται από τη νέα φτώχεια και την ανεργία.

Σήμερα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, εμφανώς ταραγμένη και ασταθής, εξαιτίας της σκληρότητας των συνομιλητών της, δανειστών, κατηγορείται για ανεπάρκεια και ασυνέπεια απέναντι σε μια κοινωνική πλειοψηφία που φαίνεται να μην την εμπιστεύεται πλέον. Δίπλα της, στερούμενη εθνικών σχεδίων ανάκαμψης, μια Νέα Δημοκρατία αδυνατεί να δημιουργήσει«ρεύμα» κοινωνικής εμπιστοσύνης προς αυτήν, καθώς υπόσχεται «μεταρρυθμίσεις» δυσδιάκριτων μεγεθών και ορίων.

Δεν υπάρχει, κοντολογίς, μια ισχυρή πολιτική παράταξη ικανή να διευθύνει και να εμψυχώσει μια μεγάλη επιχείρηση εθνικής ανόρθωσης. Αυτό που υπάρχει είναι ένα κυβερνών κόμμα που ακόμα προσπαθεί να λύνει ασκήσεις εφαρμοσμένης πολιτικής και οικονομίας και μια αστική αντιπολίτευση η οποία, με επικεφαλής τη Νέα Δημοκρατία, προσπαθεί βιαστικά να πετύχει ένα μείγμα Κεντροδεξιάς-Σοσιαλδημοκρατίας, ελάχιστα θελκτικό στην πάσχουσα ελληνική κοινωνία.

Η κατοχή της εξουσίας από ΕΝΑ κόμμα στη σημερινή Ελλάδα εγγυάται μόνο κυβερνητική ανεπάρκεια, κοινωνική αναταραχή και κλειστούς δρόμους για εθνική αναγέννηση - διότι, επί της ουσίας, αυτό χρειάζεται πλέον η χώρα.