Οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές της φορολογικής πολιτικής καθορίζονται από το Μνημόνιο και οι όποιες αλλαγές επέρχονται, με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών, περιλαμβάνονται στα κείμενα επικαιροποίησης του Μνημονίου.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της νέας αύξησης του ΦΠΑ που θεσμοθετήθηκε με το τρίτο Μνημόνιο, αλλά και το κόψιμο των όποιων φοροαπαλλαγών έχουν απομείνει, που δρομολογείται στην εν εξελίξει δεύτερη αξιολόγηση.

Επί της ουσίας από το 2010 και μετά στο υπουργείο Οικονομικών δεν χαράσσουν τους κεντρικούς άξονες της φορολογικής πολιτικής. Απλά αναγκάζονται να νομοθετούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα αυξήσεις φορολογικών συντελεστών υπό την πίεση των δανειστών.

Θα περίμενε κανείς ότι τουλάχιστον οι επιτελείς του ΥΠΟΙΚ θα έριχναν το βάρος τους  στη βελτίωση υφιστάμενων μέτρων (χωρίς να αλλάζουν οι ποσοτικοί-δημοσιονομικοί στόχοι), αλλά και σε παρεμβάσεις που θα  οδηγούσαν σε αύξηση των εσόδων. Ομως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ούτε αυτό συμβαίνει.

Γιατί δεν φταίει το… κουαρτέτο που διαιωνίζεται ένα άδικο και αναχρονιστικό σύστημα προσδιορισμού των τελών κυκλοφορίας. Στο υπουργείο είχαν συστήσει ειδική ομάδα εργασίας, είχαν προαναγγείλει τις αλλαγές και τελικά ο θησαυρός αποδείχθηκε… άνθρακες.

Ούτε μπορεί κανείς να ρίξει στους δανειστές το φταίξιμο για το ότι η περιβόητη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με το σύστημα Taxis γίνεται κατά περιόδους πρωτοσέλιδο στον Τύπο, πλην όμως δεν έχει σχεδιαστεί και υλοποιηθεί, παρότι έχει εξαγγελθεί εδώ και χρόνια.

Όπως ακριβώς γίνεται με τη «λοταρία» για τις αποδείξεις με την κλήρωση δώρων που εκ νέου γνωστοποιήθηκε ότι θα εφαρμοστεί τον ερχόμενο Φεβρουάριο.

Άλλα παραδείγματα αποτελούν η αλλαγή του στρεβλού συστήματος προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών ώστε να  εναρμονιστούν με τις εμπορικές τιμές και οι «συμψηφισμοί» χρεών από και προς την Εφορία, που δειλά δειλά υλοποιούνται.

Συμπερασματικά, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Είτε φταίνε οι υπηρεσιακοί παράγοντες που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας και στις επιτροπές ή η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του υπουργείου που φροντίζει να «παγώνει» με εύσχημες δικαιολογίες τις αποφάσεις.

Προφανώς και δεν φταίνε οι υπηρεσιακοί. Μόνο που είναι απορίας άξιον πως όταν είναι να κλείσει μια αξιολόγηση οι αποφάσεις για την επιβολή νέων μέτρων λαμβάνονται σε χρόνο-ρεκόρ και όταν πρόκειται για θέματα «καθημερινότητας» προχωράμε με βηματισμό χελώνας.