Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (Καθημερινή 9/6) έχει περιγράψει τον υπουργό Παιδείας, Κώστα Γαβρόγλου, ως «Φαναριώτη». Ο κ. Γαβρόγλου έχει πράγματι γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο χαρακτηρισμός αφορά την παρουσία του: ένας γλυκός, μειλίχιος πανεπιστημιακός που με απαλό χέρι ξεριζώνει ό,τι είχε απομείνει από τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Για το νομοσχέδιο που φέρνει στη Βουλή έχει γίνει αναλυτική κριτική, τόσο ακαδημαϊκή όσο και πολιτική. Εξίσου έχει επισημανθεί το γεγονός ότι προγραμμάτισε τη συζήτηση και την ψήφισή του για τις μέρες που σφυρίζουν τα πλοία, παρακινώντας και τους τελευταίους παραθεριστές να επιβιβαστούν. Δεν θα περίμενε κανείς τίποτα λιγότερο από έναν υπουργό με «φαναριώτικη» αντίληψη της πολιτικής, δηλαδή ως ένα άθροισμα τακτικών κινήσεων που αποσκοπούν αποκλειστικά στην προσωπική του πολιτική επιβίωση.

Αλλά τα πράγματα είναι χειρότερα. Ο κ. Γαβρόγλου δεν είναι μια ειδική περίπτωση. Δεν είναι καν ένας Πολάκης με ανθρώπινο πρόσωπο. Ο υπουργός Παιδείας συνοψίζει με την ουσία του νομοσχεδίου του και την κοινοβουλευτική του τακτική τις βασικές προτεραιότητες και, τελικά, την ουσία της κυβέρνησης Τσίπρα σήμερα.

Από την πλευρά του περιεχομένου, το νομοσχέδιο αποτυπώνει την κεντρική, υπόρρητη, αλλά προφανή πολιτική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να καταστεί το κόμμα-εκπρόσωπος των δημοσίων υπαλλήλων και των οργανωμένων συνδικαλιστικών ομάδων. Για τον σκοπό αυτό, το νομοσχέδιο του κ. Γαβρόγλου χαϊδεύει και ικανοποιεί το σύνολο εκείνων στους οποίους απευθύνεται: τους συνδικαλιστές της ακαδημαϊκής κοινότητας που θέλουν να διαιωνίσουν τη σημερινή διοικητική τους δομή και, επίσης, των συνδικαλιστών φοιτητοπατέρων, που επιβιώνουν ως μικρές ομάδες μέσα στη βαθιά παρακμή που αποτυπώνουν τα απολειφάδια αυτού που παλαιότερα (πολύ παλαιότερα) θρυλούνταν ως «φοιτητικό κίνημα».

Από την πλευρά της τακτικής, ο κ. Γαβρόγλου επιβεβαιώνει ότι ακόμα και τα στελέχη που προέρχονται από την παλιά ανανεωτική Αριστερά είναι στην πλειονότητά τους πρόθυμα να προσχωρήσουν στις πιο παλαιοκομματικές πρακτικές.

Αλλά το πιο ενδεικτικό για τον τρόπο σκέψης, για την αντίληψη της πολιτικής που έχει η κυβέρνηση Τσίπρα είναι ένα σημείο του νομοσχεδίου. Επί πολλά χρόνια οι πολυτεχνικές σχολές ζητούν να αναγνωρίζεται ως μάστερ ο τίτλος που απονέμουν επειδή η φοίτηση σε αυτές είναι υποχρεωτικά πενταετής. Και προφανώς το δίπλωμα του ίδιου πολυτεχνείου, με τις ίδιες προδιαγραφές, δεν μπορεί παρά να είναι ίδιο για όσους φοιτούν ή αποφοίτησαν. Η λύση Γαβρόγλου είναι η αντίθετη από εκείνη του γόρδιου δεσμού: ο κόμπος θα παραμένει δεμένος, αλλά με μια μαγική γαβρόγλεια συνταγή θα είναι αόρατος. Να, πώς το σκέφτηκε. Μάστερ θέλετε; Μάστερ θα έχετε. Για την ακρίβεια, μάστερ θα τα λένε. Η διατύπωση έχει ως εξής: «Ο ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master) λογίζεται ότι έχει ληφθεί από την ημερομηνία απονομής του πτυχίου ή διπλώματος και καταλαμβάνει και τους αποφοιτήσαντες πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Τέλεια; Ευχαριστημένοι; Αλλά μετά τη λέξη «νόμου» δεν υπάρχει τελεία. Υπάρχει κόμμα. Και ο νομοθέτης-χέλι προσθέτει: «χωρίς να γεννάται κανένα αναδρομικό δικαίωμα». Το λένε «μάστερ» αλλά δεν είναι. Στις λέξεις όλα συμβαίνουν. Στην πραγματικότητα τίποτα. Αυτό, άλλωστε, είναι και το συνολικό κυβερνητικό επιχείρημα: «Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Μην κοιτάτε τα αποτελέσματα, να κοιτάτε τις προθέσεις».

Υποκαθιστώντας την πραγματικότητα με λέξεις, την ουσία με κενότητα, την πράξη με διακηρύξεις, κατασκευάζεται μια εικονική πραγματικότητα, για όσους είναι αρκετά εύπιστοι ή πρόθυμοι να πιστέψουν χωρίς πολλές ερωτήσεις. Με τον τρόπο του κ. Γαβρόγλου οι απόφοιτοι του Πολυτεχνείου σε λίγες μέρες θα έχουν μάστερ. Με τον τρόπο του κ. Τσακαλώτου η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στις αγορές. Και με τον τρόπο του κ. Τσίπρα η χώρα αφήνει οριστικά πίσω της τα μνημόνια.

Ολα αυτά πολύ ωραία για να κάνουμε ήσυχα μπάνια τον Αύγουστο. Το κακό είναι ότι 31 μέρες αργότερα αρχίζει ο Σεπτέμβρης.