Ο νεότερος πρόεδρος της Γαλλίας μετά τον Ναπολέοντα είναι επίσης ο πρώτος ηγέτης μεγάλης δυτικής δημοκρατίας που υπερβαίνει το παραδοσιακό δίπολο Αριστεράς - Δεξιάς. Επειδή το στίγμα του δεν προσαρμόζεται στις σταθερές της πολιτικής όπως τη γνωρίσαμε και επειδή οι επιλογές του μένει να φανούν στο μέλλον, τα συμπεράσματα για την εκλογή του αναδεικνύουν περισσότερο τις πεποιθήσεις εκείνων που τα βγάζουν, παρά του ίδιου του Εμανουέλ Μακρόν. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα σημεία που, χωρίς αμφιβολία και χωρίς προκατάληψη, σφραγίζουν μια πρωτοποριακή επιλογή των Γάλλων εκλογέων.

Πρώτον, η απάντηση στην κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν είναι αναγκαίο να προέρχεται από τα άκρα. Ακόμα περισσότερο: το 2016, με τον Τραμπ και το Brexit, έδειχνε πως η κρίση του μεταπολεμικού μοντέλου, το σάρωμα των ιστορικών διαχωριστικών γραμμών από τους ανέμους της παγκοσμιοποίησης έχει ενιαία έκφραση. Ο,τι συμπιέζει, συρρικνώνει και διαλύει τις κεντρώες δυνάμεις, τόσο στις χώρες της μεγάλης κρίσης, όπως στον ευρωπαϊκό Νότο, όσο και σε εκείνες όπου η κρίση είναι κυρίως κρίση κατανομής και δεν έχει διαστάσεις κλονισμού της χώρας συνολικά, όπως στις ΗΠΑ και στη Βρετανία.

Τώρα, η Γαλλία δίνει ένα διαφορετικό πρότυπο. Τα πράγματα δεν εξελίσσονται αναγκαστικά όπως στις ΗΠΑ και ο ρόλος των προσώπων είναι καθοριστικός. Σε μια χώρα-προπύργιο και σημείο αναφοράς, τουλάχιστον για την Ευρώπη, η αναποτελεσματικότητα και η διάβρωση του αντιπροσωπευτικού μοντέλου οδηγεί στη συσπείρωση διαφορετικών ρευμάτων, που έχουν κοινή αναφορά την άρνηση της συνολικής απόρριψης ενός συστήματος που βρίσκεται σε κρίση, αλλά μένει να αποδειχθεί εάν βρίσκεται σε κατάρρευση και δεν επιδέχεται επιδιορθώσεις, όπως ισχυρίζονται τα ακροαριστερά και ακροδεξιά ριζοσπαστικά κινήματα που το αμφισβητούν.

Δεύτερον, το ευρωπαϊκό σχέδιο δεν είναι ακόμη για την πυρά. Αυτό που σόκαρε τους επικριτές και τους εχθρούς της Ευρώπης είναι ότι η υποστήριξη της Ε.Ε., η ανάδειξη της ανακαίνισης (αντί της εγκατάλειψης) της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε κεντρικό πολιτικό στοίχημα μπορεί ακόμη να κερδίζει πλειοψηφίες. Μέχρι τώρα η Ε.Ε. ήταν ο τρόπος να χάνεις εκλογές. Εφταιγε για όλα τα δεινά και δεν πιστωνόταν ποτέ τίποτα από όσα θετικά παρείχε στους λαούς της Ευρώπης, κυρίως γιατί οι εκπρόσωποί της σε τοπικό επίπεδο, δηλαδή τα εθνικά πολιτικά συστήματα, προτιμούσαν να εμφανίζουν ό,τι συνέβαινε με ευρωπαϊκό σχεδιασμό και ευρωπαϊκά κονδύλια ως δικό τους έργο. Η πολιτική έχει μερικές σταθερές και η ψηφοθηρία είναι η σταθερότερη από τις σταθερές.

Ο Μακρόν έδειξε πως με ένα κατάλληλο εκπρόσωπο, με τόλμη και χωρίς μισόλογα ή περιστροφές, η Ευρώπη μπορεί να βρει ανταπόκριση σε μεγάλες μάζες και σε ένα ευρύ φάσμα εκλογέων. Παραμένει εντυπωσιακό ότι οι αγροτικοί πληθυσμοί, αυτοί που κατεξοχήν έχουν τύχει φροντίδας και πιστώσεων από τις Βρυξέλλες, είναι μαζί με τα ημιαστικά κέντρα και την εργατική τάξη εκείνοι που κυρίως απορρίπτουν την Ευρώπη και ανταποκρίνονται στη λαϊκιστική προτροπή. Κάτι που σημαίνει ότι ταυτίζουν την Ε.Ε. με τις δικές τους, πράγματι αποκομμένες και εγωιστικές ελίτ κάθε χώρας και βλέπουν ένα συνεχές ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και τα εθνικά κατεστημένα.

Η νίκη του Μακρόν, τέλος, οριστικοποιεί την παρακμή της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Στο τέλος αυτού του εκλογικού κύκλου, στη Γαλλία το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν θα υπάρχει, στη Γερμανία το SPD θα είναι υπαρκτό, αλλά απογοητευμένο, στη Βρετανία οι Εργατικοί θα διολισθαίνουν προς το πολιτικό περιθώριο, στην Ισπανία οι Σοσιαλιστές θα προσπαθούν να βρουν λίγο οξυγόνο απλώς για να επιβιώσουν εκλογικά. Το μέλλον της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας είναι να αποτελέσει ισχυρή συνιστώσα ενός νέου, κεντρώου, προοδευτικού χώρου, που θα συνθέσει δυνάμεις από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά, χωρίς τις αναστολές των παλιών διαχωρισμών, που δεν έχουν πια αναφορά ούτε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες ούτε στα προβλήματά τους.