Μια γενιά λαϊκιστών ηγετών κατέλαβε τον τελευταίο χρόνο την εξουσία σε χώρες-προπύργια του δυτικού κόσμου. Αλλοι, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, αποτελούν κωμικοτραγικά δείγματα της έκπτωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η επιλογή μιας καρικατούρας της πολιτικής, μιας προκλητικής κενότητας τηλεδιασημότητας για την προεδρία, που ξεκίνησε με τον Ουάσιγκτον και στην προτελευταία εκλογή ανέδειξε τον πρώτο μαύρο πρόεδρο, δεν έχει άλλη εξήγηση από την αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος στην πιο ακραία εκδοχή της. Το ίδιο το σύστημα είναι συνένοχο στην απόρριψή του, όχι μόνο για τις υστερήσεις του, που οδήγησαν στο περιθώριο και στην άθλιας ποιότητας ριζοσπαστικοποίηση μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, αλλά και για τη στάση του απέναντι στους υποψήφιους ολετήρες του. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα συνέργησε στην καταστροφή που αποτελεί η προεδρία Τραμπ, αποδεχόμενο τη διεκδίκηση του χρίσματος από έναν τέτοιον υποψήφιο. 

Μια πολύ διαφορετική εκδοχή του ίδιου, όμως, φαινομένου αποτελεί η Τερέζα Μέι στη Βρετανία. Κανείς δεν γνωρίζει εάν η Μέι είναι πραγματικά υπέρ ή κατά της παραμονής της χώρας της στην Ευρώπη. Υπάρχουν πολιτικοί αρχών, που ορισμένες φορές αναγκάζονται ή ενδίδουν σε συμβιβασμούς και καταναγκασμούς της εξουσίας. Η Μέι δεν κάνει κανέναν συμβιβασμό, γιατί δεν έχει αρχές. Ο μόνος στόχος της ήταν η ανάρρηση στην πρωθυπουργία. Πριν από το δημοψήφισμα κανείς δεν μπορούσε να πει εάν ήταν με το Brexit ή όχι. Στάθηκε στο πλευρό του Κάμερον όσο χρειαζόταν για να θεωρηθεί πιστή, λέγοντας όσα χρειαζόταν για να είναι μέσα στο παιχνίδι, όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα. Θεωρητικά υπέρ της Ε.Ε., αξιοποίησε τη νίκη του «όχι» για να γίνει αρχηγός των νικητών και από την έναρξη της πρωθυπουργίας της όλο και περισσότερο οπαδός της «σκληρής εξόδου».

Η σοβαροφανής εκπρόσωπος του Brexit και η υπερατλαντική γελοιογραφία της αμφισβήτησης έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η λαϊκή πλειοψηφία που τους ανέδειξε οφειλόταν στην έλλειψη αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος στα μάτια των ψηφοφόρων. Οι επικριτές της «συστημικής πολιτικής» θα ήταν -υποτίθεται- πιο αξιόπιστοι από τους αντιπάλους τους, θα τηρούσαν τις υποσχέσεις που έδιναν προεκλογικά. Η τελευταία εβδομάδα ήταν αποκαλυπτική της πλάνης που συμπαρέσυρε μάζες ψηφοφόρων και εκτόξευσε στην εξουσία ό,τι πιο ψευδεπίγραφο γνώρισε η πολιτική στις δυτικές δημοκρατίες τη μεταπολεμική εποχή. Ο Τραμπ δεν έχει δυσκολίες να κάνει τη στροφή και να πει τα εντελώς αντίθετα από αυτά που υποστήριζε και στα οποία δεσμευόταν. Για το ΝΑΤΟ το είπε με τον μοναδικό του τρόπο: «Είχα πει πως είναι παρωχημένο. Δεν είναι πια παρωχημένο». Για την Κίνα, τον Φεβρουάριο έλεγε πως «χειραγωγεί το νόμισμά της», τον Απρίλιο πως «δεν το χειραγωγεί». Για τη Ρωσία είχε υποσχεθεί καλύτερες σχέσεις. Πριν να επισκεφθεί τη Μόσχα, ο υπουργός του των Εξωτερικών, Τίλερσον, αναγνώρισε πως σήμερα οι σχέσεις των δύο χωρών είναι σε ιστορικό χαμηλό. Και, βέβαια, είχε δηλώσει πως δεν θα είναι παγκόσμιος χωροφύλακας οι ΗΠΑ επί προεδρίας του, μόνο και μόνο για να εξαπολύσει τη «μητέρα όλων των βομβών» στο Αφγανιστάν και να βομβαρδίσει με καταιγισμό πυραύλων Τόμαχοκ τη Συρία, προτού απειλήσει να δώσει μονομερή «λύση» στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας. Στην εσωτερική πολιτική, η σταθερότητά του μας απασχολεί λιγότερο, αλλά επιβεβαιώνει την ποιότητα της πολιτικής ομάδας που έχει εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο. Και στο Λονδίνο, η Μέι και οι συνεργάτες της έλεγαν σε κάθε ευκαιρία πως οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, αλλά αυτή την εβδομάδα ανακοίνωσε αιφνιδιαστική προσφυγή στις κάλπες.

Το αίτημα της αξιοπιστίας έφερε στην εξουσία τους πολιτικούς του ψεύδους και της ανακολουθίας. Στις μεγάλες χώρες, όπως και στις μικρότερες, το αίτημα σήμερα είναι η αποκατάσταση της αλήθειας ως προϋπόθεσης της πολιτικής - τουλάχιστον ως θέμα αρχής. Η δυτική δημοκρατία χρειάζεται μια επανάσταση ανακαίνισης και αναζωογόνησης. Ο Λένιν δεν ήταν οπαδός της, αλλά είχε δίκιο λέγοντας πως η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική.