Οπως με κάθε παρόμοια ευκαιρία, ένας οχετός «απόψεων» ξεχύθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Λ. Παπαδήμου και τον θάνατο του Κ. Μητσοτάκη. Η διατύπωση δημόσιου λόγου αποτελεί την προβολή μιας προσωπικότητας στη δημόσια σφαίρα. Η σημερινή τεχνολογία δίνει σε όλους, χωρίς εξαίρεση, αυτό που αποτελούσε παλιότερα το πολύτιμο εκδοτικό δικαίωμα. Δεν υπάρχει κανένα φίλτρο ανάμεσα σε οποιονδήποτε πολίτη και το ευρύ κοινό. Επομένως, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα εκτίθενται σε κοινή θέα όσα παλαιότερα μπορούσαν να διατυπώνονται μόνο σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων - έναν φίλο, μια παρέα, το πολύ ένα καφενείο. Η διαφορά, βέβαια, είναι χαοτική. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κάνουν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Δυσκολεύονται ή αδυνατούν να κατανοήσουν τις προδιαγραφές του δημόσιου λόγου, τις υποχρεώσεις που γεννά η επιλογή της εκφοράς του. Θεωρούν ότι, επειδή απευθύνονται σε μια υποτιθέμενη «ιδιωτική» κοινότητα δικτυακών συνομιλητών, τα όσα θα υποστηρίξουν παραμένουν στην ιδιωτική σφαίρα.

Με τον τρόπο αυτό καταλήξαμε να βλέπουμε στον καθρέφτη των «κοινωνικών μέσων» την απεχθή πλήρη εικόνα του κόσμου μας. Θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο να ξανασκεφτούμε τον όγκο του μίσους και το βάθ2ος του διχασμού και της μισαλλοδοξίας που έχει κατακλύσει τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Δεν πρόκειται για αθώα ή αυτόματη εξέλιξη, αλλά για μια κατάσταση που είχε πραγματικές αφετηρίες, ωστόσο διογκώθηκε με πολιτική επιλογή για την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων και σχεδιασμών. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη συζήτηση. Πρακτικά, τίποτα δεν μπορεί να αναστείλει τέτοια φαινόμενα, όσο διαρκεί -σε παγκόσμια κλίμακα- η συζήτηση για τη φύση των ηλεκτρονικών δικτύων.

Η συζήτηση θα διαρκέσει, γιατί αγγίζει τα πιο λεπτά ζητήματα της ελευθερίας του λόγου. Αλλά τα ζητήματα που απασχόλησαν την ελληνική επικαιρότητα την τελευταία εβδομάδα δεν χρειάζεται να περιμένουν. Η περίπτωση Φιλιππάκη και η περίπτωση Καραμέρου έχουν μια ουσιαστική διαφορά. Δεν πρόκειται για δύο άτομα που έκαναν ένα σχόλιο στο Τwitter ή το Facebook. Αν ήταν έτσι, πάλι θα είχε μια αηδή και μια θλιβερή όψη, αλλά μέχρις εκεί. Ολα υπάρχουν στον κόσμο και, αφού μπορούν να αναρτηθούν, ο τοίχος του καθενός γράφει ποιος είναι. Συμβαίνει επίσης να είναι δημοσιογράφοι, υποτίθεται με αυξημένη αίσθηση του δημόσιου λόγου, αλλά και πάλι όλα τα επαγγέλματα περιλαμβάνουν όλες τις ποιότητες. Ομως, και οι δύο έχουν δημόσιο αξίωμα.

Εκεί ακριβώς είναι το ζήτημα. Με δεδομένη την απαξία όσων διατύπωσαν, η διατήρηση του αξιώματος συνιστά σιωπηρή αποδοχή αυτής της κατάστασης. Ο κ. Φιλιππάκης μπορεί να θέλει να εκραγεί βόμβα στα πόδια του κ. Στουρνάρα - και ενδεχομένως να στραγγαλίσει όποιον δεν συμφωνεί μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι τα συμπλέγματα και οι απόψεις ενός εκάστου. Αλλά ο κ. Φιλιππάκης δεν μπορεί να συνεχίσει να εκπροσωπεί από οποιαδήποτε θέση το σώμα των δημοσιογράφων. Ακόμα κι αν σε λίγες ημέρες ψηφιστεί μαζικά, η έκπτωσή του από κάθε αξίωμα πρέπει να συνιστά θεσμική υποχρέωση και όχι δυνητική επίπτωση.

Ο κ. Καραμέρος επέδειξε μια βαθιά συμπλεγματική συμπεριφορά. Είναι επίσης αντιπεριφερειάρχης Αττικής. Μπορεί από τη θέση αυτή να συνεχίσει ως εκφραστής μίσους; Δεν έχει το βάρος της περίπτωσης Φιλιππάκη, με την έμμεση προτροπή σε διάπραξη ή ανοχή εγκλημάτων, αλλά θέτει και πάλι διλήμματα τουλάχιστον πολιτικής ευπρέπειας στους συνοδοιπόρους του.

Ολοι μπορούν να γράφουν ό,τι τους έρθει στα δίκτυα. Αλλά όσοι έχουν δημόσιο αξίωμα πρέπει να έχουν και τις συνέπειες.