Ενα πολιτικό σύστημα δεν κρίνεται από την ύπαρξη διαφθοράς. Διαφθορά υπήρχε και υπάρχει, σε κάποιον βαθμό, όπου ασκείται εξουσία. Δύο είναι τα κρίσιμα σημεία: πρώτον, η έκταση και το βάθος της διαφθοράς, κατά πόσον, δηλαδή, επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές, ώστε να καθορίζει την τάση και την πορεία μιας κοινωνίας. Και, δεύτερον, ο βαθμός ευαισθησίας των πολιτών απέναντι στην υπέρβαση των στοιχειωδών ορίων της πολιτικής, δηλαδή το σημείο από το οποίο η αποκάλυψη μιας δραστηριότητας εκτός πολιτικής ηθικής οδηγεί στην πολιτική απονομιμοποίηση και την πτώση.

Δύο χώρες, δύο ιστορίες επικαιρότητας. Η Γαλλία μαστίζεται από πολιτικά σκάνδαλα. Ο πρώην πρόεδρος Σαρκοζί δεν κατάφερε καν να είναι υποψήφιος στις πρόσφατες εκλογές, επειδή ερευνάται από τη γαλλική Δικαιοσύνη για υπόθεση παράνομης χρηματοδότησης παλαιότερης προεκλογικής εκστρατείας του. Ο πρώην πρωθυπουργός Φιγιόν έχασε μια εκλογή, στην οποία ξεκινούσε ως μεγάλο φαβορί, επειδή αποκαλύφθηκε ότι είχε προσλάβει τη σύζυγό του στο πολιτικό του γραφείο κι εκείνη αμειβόταν από το κρατικό ταμείο χωρίς να προσφέρει εργασία. Η διαφθορά και η κοινωνική της αποδοκιμασία ήταν βασικά στοιχεία για τη μαζική ανατροπή του πολιτικού κατεστημένου από τους εκλογείς και για την ανάδειξη, από το πουθενά, του Εμανουέλ Μακρόν στην προεδρία και της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για το νεοσύστατο κόμμα του στη Βουλή – με την πρώτη εμφάνισή του σε εκλογές. Τώρα έχει τα δικά του προβλήματα. Ο πρώτος σημαντικός σύμμαχος που είχε ο Μακρόν ήταν ο κεντρώος Φρανσουά Μπαϊρού. Την περασμένη εβδομάδα αποχώρησε από την κυβέρνηση μαζί με όλα τα μέλη του δικού του κόμματος. Η αιτία είναι ότι ξεκίνησε άλλη δικαστική έρευνα σε βάρος τους. Αξίζει να σκεφθεί κανείς την αιτία: το κόμμα (Δημοκρατικό Κίνημα, MoDem) κατηγορείται ότι τα στελέχη του στην Ευρωβουλή προσλάμβαναν συνεργάτες με ευρωπαϊκά κονδύλια και τους ανέθεταν κομματική δουλειά – ενώ ο κανονισμός προβλέπει ότι εφόσον πληρώνονται από τις Βρυξέλλες, η εργασία τους πρέπει να σχετίζεται αποκλειστικά με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Στην Ελλάδα, πάλι, τις ίδιες μέρες αποκαλύφθηκε ότι ο υπουργός Αμυνας τηλεφωνούσε σε έναν ισοβίτη, καταδικασμένο για εμπόριο ναρκωτικών, για να συζητήσει τι ακριβώς θα καταθέσει στην ανάκριση. Αφήνοντας κατά μέρος το περιεχόμενο της συνομιλίας, αφήνοντας κατά μέρος ακόμη και την πρόθεση του υπουργού, που κινείται με άνεση από τα πιλοτήρια των στρατιωτικών ελικοπτέρων στα καταγώγια των ποινικών, και μόνη η αποκάλυψη του τηλεφωνήματος σε μια φυσιολογική πολιτική συνθήκη θα τον είχε οδηγήσει σε άμεση παραίτηση. Ο ίδιος γνωρίζουμε ότι για τέτοιες ευαισθησίες δεν διακρίνεται. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, που αποπνέει οργουελιανό μεταμοντερνισμό, μας ενημέρωσε ότι ο υπουργός έκανε το «στοιχειώδες καθήκον κάθε πολίτη». Ολα πια μπορούν να ειπωθούν, αν υπάρχει κάποιος πρόθυμος να τα πει. Και, τέλος, ο πρωθυπουργός στο Υπουργικό Συμβούλιο προσέφερε πολιτική κάλυψη στον υπουργό και πολιτικό του εταίρο. Δεν είναι ούτε μόνον, ούτε κυρίως ο καταναγκασμός της κοινοβουλευτικής αριθμητικής, ότι δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τις ψήφους Καμμένου για να μείνει στην εξουσία. Είναι ότι ο κ. Τσίπρας και ο κ. Καμμένος ενώνονται από έναν πολύ ισχυρό δεσμό, που έχει καταστήσει τη σύμπραξή τους τόσο σταθερή. Μοιράζονται το ίδιο πολιτικό ήθος, εκείνο που εκφράστηκε αρχικά από το κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Υπάρχει (ελπίζει κανείς) ένας αριθμός ανθρώπων, μικρός αλλά όχι αμελητέος, στον ΣΥΡΙΖΑ, με διαφορετική πολιτική καταγωγή και άλλες αρχές, που αρχίζει να αισθάνεται άβολα με αυτή την ταύτιση ήθους.

Και, τέλος, υπάρχει η κοινωνία. Η οποία παρακολουθεί απαθής. Παλαιότερα μια τέτοια υπόθεση θα είχε ταράξει την κοινή γνώμη και κλονίσει την κυβέρνηση. Δεν συμβαίνει. Μόνο ο χρόνος θα επιτρέψει να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για μια νέα κατάσταση παντελούς πολιτικής αλλοτρίωσης ή για τη συσσώρευση οργής μιας σιωπηρής πλειοψηφίας που περιμένει την ευκαιρία να εκφραστεί.