Την ανάγκη φορολογικής ισότητας των ξενοδοχείων με τα καταλύματα της οικονομίας διαμοιρασμού (σ.σ. τύπου Airbnb) και την προοπτική απομείωσης των φορολογικών βαρών των ξενοδοχείων, ως παρακαταθήκη για την επαύξηση των εσόδων του ελληνικού δημοσίου, καταδεικνύει μεταξύ άλλων η μελέτη της Grant Thornton που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΞΕΕ).
Σύμφωνα με τη μελέτη που φέρει τον τίτλο «Η φοροδοτική δυνατότητα των ξενοδοχείων και δυνατότητα αξιοποίησης της οικονομίας του διαμοιρασμού για τη φορολογική εξομάλυνση του κλάδου», o κοινός τρόπος φορολόγησης των ξενοδοχείων και των καταλυμάτων οικονομίας διαμοιρασμού δύναται να δημιουργήσει εισροή εσόδων για το δημόσιο κατ' ελάχιστον 341 εκατ. ευρώ ετησίως.
Κατά τη μελέτη, η προώθηση της φορολογικής ισότητας στον τουρισμό και γενικά η ορθή αξιοποίηση της οικονομίας διαμοιρασμού στην Ελλάδα θα δημιουργήσει δυνατότητες αναδιανομής των φορολογικών βαρών προς όφελος των ασθενέστερων, θα βελτιώσει τον υγιή ανταγωνισμό, θα δημιουργήσει ώθηση στις υποδομές που δημιουργούν προστιθέμενη αξία και εντέλει θα ενισχύσει το σύνολο της οικονομίας.
Όπως επισημαίνεται, ο υψηλός βαθμός υποκατάστασης μεταξύ ξενοδοχείων και καταλυμάτων οικονομίας διαμοιρασμού σε συνδυασμό με το φαινόμενο της άνισης φορολογικής μεταχείρισης προκαλεί στρεβλώσεις στον μεταξύ τους ανταγωνισμό, κυρίως σε επίπεδο τιμών. Ταυτόχρονα, η αγορά δεν λειτουργεί αποτελεσματικά και δημιουργούνται αντικίνητρα παραγωγικότητας και βελτίωσης των προσφερόμενων αγαθών.
Στο πλαίσιο της φοροδοτικής ικανότητας των ελληνικών ξενοδοχείων, η μελέτη της Grant Thornton σημειώνει ότι στο ξενοδοχειακό προϊόν στην Ελλάδα παρατηρείται η μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση σε σύγκριση με εκείνο των υπολοίπων ανταγωνιστριών χωρών στον τομέα του τουρισμού.
Ειδικότερα υπογραμμίζεται ότι η υπερφορολόγηση των ξενοδοχείων οδηγεί σε υψηλότερες τελικές τιμές κατά 2,20% έως 6,77% για να επιτευχθεί ένα αντίστοιχο ποσοστό κέρδους με τους ανταγωνιστές τους. Στην πράξη δηλαδή υποχρεώνει τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα σε σαφώς χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, γεγονός που αδυνατίζει πλήρως τη δυνατότητά τους να διαδραματίσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.
Στο 18,63% η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία

Η έρευνα της Grant Thornton αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2016, τα ξενοδοχεία συνεισφέρουν περίπου το 10% του ΑΕΠ και το 6,5% της απασχόλησης στη χώρα, ενώ ο τουρισμός στην ελληνική οικονομία συμβάλλει με ποσοστό 18,63%.
Ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδας Γιώργος Τσακίρης, αναφερόμενος στα συμπεράσματα της μελέτης της Grant Thornton, τόνισε ότι «η άμεση και έμμεση συμβολή του ελληνικού ξενοδοχείου στα τουριστικά έσοδα θα ξεπεράσει φέτος τα 17 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 52% των εθνικών τουριστικών εσόδων. Ο ελληνικός τουρισμός, άμεσα και έμμεσα, συνεισφέρει με 23,4% στη συνολική εθνική απασχόληση. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ελλάδα δεν είναι σε καμία από τις πρώτες 5 θέσεις προτίμησης των 5 κυριότερων τουριστικών αγορών μας.
Η δε ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού κατατάσσει τη χώρα μας στην 24η θέση, με την Ισπανία στην 1η και τη Γαλλία στη 2η, καίτοι για αυτές τις χώρες ο τουρισμός τους, ενώ παράγει εξαπλάσια των δικών μας έσοδα, συνεισφέρει στα αντίστοιχα ΑΕΠ έως και 50% λιγότερο σε σχέση με τον ελληνικό τουρισμό».
Όπως σημειώνει ο πρόεδρος του ΞΕΕ:«Οι οικονομικές επιδόσεις των ελληνικών ξενοδοχείων γίνονται εκ νέου θετικές από το 2015 και οι πλέον αποδοτικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι αυτές των 3* και 4*. Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι η οικονομία του διαμοιρασμού έχει πάψει να αποτελεί μια εναλλακτική δραστηριότητα, αλλά συνιστά μία παράλληλη με τον αδειοδοτημένο τομέα μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, με τεράστιο πλέον τζίρο. Μπροστά στη νέα αυτή πραγματικότητα οφείλουν να δράσουν επαγγελματίες και πολιτεία, η οποία οφείλει να διασφαλίσει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα μεταξύ των πολιτών, όσον αφορά στην ίση κατανομή των βαρών και κατά συνέπεια στη φορολόγηση αυτής της δραστηριότητας. Δεν είναι δυνατόν να εξακολουθούν να υπάρχουν φορολογούμενοι δύο ταχυτήτων».
Ο κ. Τσακίρης καταλήγοντας προσθέτει: «Δεν μπορεί να μιλάμε για πάταξη φοροδιαφυγής χωρίς διεύρυνση φορολογικής βάσης. Δεν μπορεί να λέμε, πολεμάμε τη μαύρη εργασία, αλλά να κλείνουμε το μάτι στην ασυδοσία ορισμένων. Δεν μπορεί η ισότητα των ευκαιριών και του ανταγωνισμού να είναι αλά καρτ».