Δυναμικά ξεκίνησε η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ, με τα ισχυρά εταιρικά μακροοικονομικά να ωθούν σε επίπεδα-ρεκόρ τους αμερικανικούς δείκτες. Dow Jones και Nasdaq κατέγραψαν αλλεπάλληλα ιστορικά υψηλά, με τον πρώτο να ξεπερνά μάλιστα τις 21.600 μονάδες, ενώ την πιο εντυπωσιακή άνοδο σημείωσε ο ευρύτερος S&P 500, έχοντας επωφεληθεί τα μέγιστα από τα θετικά μάκρο και βρισκόμενος μια «ανάσα» από τις 2.500 μονάδες.

Σχεδόν το 80% των εταιρειών που διαπραγματεύονται στον S&P 500 ανακοίνωσαν κέρδη που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών, ενώ το 75% ξεπέρασε και τις εκτιμήσεις στα έσοδα. Ωστόσο μόνο μία από αυτές έκλεψε τις εντυπώσεις, τροφοδοτώντας σε μεγάλο βαθμό την εβδομαδιαία άνοδο στη Wall Street. Πρόκειται για τον αμερικανικό κολοσσό που ακούει στο όνομα Morgan Stanley και της οποίας τα οικονομικά αποτελέσματα ξεπέρασαν άνετα τις προσδοκίες των αναλυτών. Σε αυτό βοήθησαν κυρίως τα κέρδη που εμφάνισαν οι δραστηριότητες διαχείρισης πλούτου.

Τα κέρδη ανά μετοχή της τράπεζας διαμορφώθηκαν στο τρίμηνο στα 87 cents, έναντι 76 cents που ανέμεναν κατά μέσο όρο οι αναλυτές του Thomson Reuters, αλλά και 75 cents που εμφάνισε πέρυσι. Τα έσοδα διαμορφώθηκαν στο τρίμηνο σε 9,50 δισ., έναντι προβλέψεων για 9,09 δισ. δολάρια και περσινών εσόδων 8,9 δισ. δολαρίων.

«Τα αποτελέσματά μας για το δεύτερο τρίμηνο επέδειξαν ανθεκτικότητα του franchise μας σε ένα υποτονικό περιβάλλον trading. Η μονάδα διαχείρισης πλούτου παρήγαγε περιθώριο 25% και τα ισχυρά αποτελέσματα στην επενδυτική τραπεζική επιβεβαιώνουν τη διαφοροποίηση των διεθνών δραστηριοτήτων μας», δήλωσε ο James P. Gorman, πρόεδρος και CEO της Morgan Stanley.

Τα καθαρά έσοδα της μονάδας διαχείρισης πλούτου ήταν 4,2 δισ. δολάρια και το περιθώριο προ φόρων ήταν 25%. Συνολικά, οι πωλήσεις και τα έσοδα από το trading ελαττώθηκαν κατά 100 εκατ. δολάρια σε σχέση με πέρυσι, αλλά τα καθαρά έσοδα από τις πωλήσεις μετοχών αυξήθηκαν κατά 100 εκατομμύρια. Ταυτόχρονα ανακοινώθηκε ότι η Morgan Stanley επέλεξε τη Φρανκφούρτη ως τη νέα βάση για τις δραστηριότητες της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Βρετανία προετοιμάζεται να αποχωρήσει από το μπλοκ.

Στον απόηχο των ανακοινώσεων, οι επενδυτές είδαν τη μετοχή της τράπεζας να «εκτοξεύεται» πάνω από 4,5%, διαγράφοντας παράλληλα απώλειες στους δείκτες από «βαρίδια» όπως η IBM, η οποία «βούτηξε» σχεδόν 4%, και αντιστρέφοντας πλήρως το κατά τα άλλα βαρύ επενδυτικό κλίμα που επικρατεί στη Wall Street τον τελευταίο καιρό.

Η Αγορά παραμένει αναστατωμένη από το «Russia-gate» και τους πονοκεφάλους που μοίρασε ο υιός του Τραμπ, ενώ αμφιβολίες ταλανίζουν επενδυτές και αναλυτές σχετικά με το κατά πόσο δύναται να εφαρμόσει την ατζέντα της η κυβέρνηση Τραμπ, μετά και την αποτυχία των Ρεπουμπλικανών να περάσουν το νομοσχέδιο με τη νέα τροποποιημένη πρόταση για την υγεία. Παράλληλα πετρέλαιο και δολάριο εξακολουθούν να διαπραγματεύονται σε χαμηλές τιμές.

OK” από Moodys για το σχέδιο Τραμπ

Στον αντίποδα, η μερίδα των αισιόδοξων «πατάει» στον χαμηλό πληθωρισμό και τα χαμηλά επιτόκια, εξηγώντας πως η ανάπτυξη είναι εύρωστη. Την ίδια στιγμή, «ανάσα δροσιάς» φέρνει στην αμερικανική Αγορά ο οίκος αξιολόγησης Moody’s, ο οποίος αποτιμά credit positive -δηλαδή θετικά- για την πιστοληπτική ικανότητα των εταιρειών επενδυτικής κλίμακας (BAA1 και άνω) την εγαρμογή της φορολογικής ατζέντας από την κυβέρνηση Τραμπ. Παρά τις –δικαιολογημένες- αμφιβολίες, ο οίκος αναμένει αυξημένες προσπάθειες από την Ουάσινγκτον στον συγκεκριμένο τομέα το επόμενο διάστημα. Αντίθετα, δηλώνει credit negative για τις βαθμολογίες στην κλίμακα των κερδοσκόπων επενδυτών (κάτω από BAA1).

Στην έκθεση του ο οίκος εξετάζει τις πιθανές πιστωτικές συνέπειες των προτάσεων της φορολογικής μεταρρύθμισης για τις μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες των Η.Π.Α., με κύρια σημεία τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στο 20% ή 15%ν από 35%, την πλήρη εκ των προτέρων εκπτωσιμότητα του κεφαλαίου, καθώς και την απώλεια εκπτώσεως τόκων. Από αυτήν προκύπτει πως η βιομηχανία λιανικής/ενδυμάτων και εστιατορίων βρίσκεται στην καλύτερη θέση να επωφεληθεί από τη μείωση του φορολογικού συντελεστή.

Ακολουθούν οι εταιρείες κατασκευής/μηχανικής και των μέσων ενημέρωσης, οι οποίες υπέβαλαν υψηλό φόρο σε σχέση με τα κέρδη. Οι ανησυχίες για την ενέργεια και την τεχνολογία ήταν οι άλλοι δύο τομείς που επιβαρύνονταν με τον υψηλότερο φόρο σε δολάρια, αν και οι φόροι που προέκυψαν ήταν χαμηλό ποσοστό EBITDA σε σχέση με άλλους τομείς λόγω των παγκόσμιων δραστηριοτήτων τους.

Δεν αφήνει το «γκάζι» ο Ντράγκι – Μένει ως έχει το QE

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) θα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, δηλαδή μηνιαίες αγορές 60 δισ. ευρώ, έως τουλάχιστον τον Δεκέμβριο, δήλωσε ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι. «Ο πληθωρισμός δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι. Είμαστε πλήρως πεπεισμένοι ότι ο πληθωρισμός σταδιακά θα φτάσει στον στόχο» τόνισε ο Ντράγκι. Όσον αφορά στην οικονομία της ευρωζώνης, ο επικεφαλής της ΕΚΤ επεσήμανε ότι «οι κίνδυνοι έχουν εξισορροπηθεί σε μεγάλο βαθμό», κάνοντας ξεκάθαρο στην ουσία πως η ευρωζώνη βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο εξακολουθεί να χρειάζεται υποστήριξη.

Νωρίτερα η ΕΚΤ αποφάσισε να αφήσει αμετάβλητα, στα ιστορικά χαμηλά, τα βασικά της επιτόκια, γεγονός που είχε ήδη προεξοφληθεί από τις αγορές. Ωστόσο το μήνυμα Ντράγκι πως δε θα υπάρξει ακόμη tapering, δηλαδή διακοπή της χρηματοδότησης μέσω QE, διέλυσε τις έντονες φήμες για στροφή στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ράλι το ευρώ, με την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου να ξεπερνά πλέον το 1,156. Το δολάριο βέβαια δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη, καθώς όπως υποστηρίζει και η JP Morgan, το αμερικανικό νόμισμα αναμένεται να ανακάμψει σημαντικά προς το τέλος του έτους, εν όψει ανόδου στα επιτόκια…